Παίρνει μαζί του μια εποχή. Ενα ολόκληρο αισθητικό κλίμα. Και μια σειρά ερμηνειών του αφήνουν εποχή για την τονική τους ακρίβεια και την αισθαντικότητά τους. Ηξερε εξάλλου με έναν μαγικό τρόπο να «φωτοσκιάζει» τις μελωδικές γραμμές. Και το όνομά του υπήρξε για χρόνια συνώνυμο των μπουάτ, αλλά υπό μία έννοια του Νέου Κύματος που πρωτοκύλησε από τη Lyra -υπό την μπαγκέτα του φωτισμένου Αλέκου Πατσιφά, αν και αυτός προϋπήρξε του συγκεκριμένου μουσικού είδους.
Ο Λάκης Παππάς, που άφησε την τελευταία του πνοή ύστερα από πολλά προβλήματα υγείας χθες το πρωί στα 76 του χρόνια, υπήρξε εμβληματικό πρόσωπο της εποχής των μπουάτ, τραγουδοποιός και ολοκληρωμένος κιθαριστής που είχε την τύχη να πρωτοπεί μεγάλες επιτυχίες σε μια εποχή που κυριαρχούσαν οι κύκλοι τραγουδιών.
Ανθρωπος της παρέας (στενός του φίλος υπήρξε ο αξέχαστος συνάδελφος Δημήτρης Πριμικίριος), λόγιος, μίμος καταπληκτικός και βαθύς γνώστης του ελληνικού τραγουδιού. Ενας ευαίσθητος τροβαδούρος που από την πρώτη του νιότη και με την κιθάρα ανά χείρας (μαθητής του μεγάλου Γεράσιμου Μηλιαρέση) γύριζε τις γειτονιές της Αθήνας, πέριξ της Πατησίων, έκανε καντάδες και έπαιζε σε σπίτια φίλων, νέων μουσικών που τότε ανέτελλαν, μέχρι την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στην υπόγεια μπουάτ Τιπούκειτος στην Πλάκα (Βουλής και Ναυάρχου Νικοδήμου) το μακρινό 1958. Η μοίρα του τον έφερε ύστερα από τέσσερα χρόνια πάλι στην Πατησίων (κάτοικος για χρόνια στα Πατήσια ο ίδιος), όταν γράφτηκε μια ιστορική σελίδα για το ελληνικό τραγούδι. Εδώ ο Μάνος Χατζιδάκις το 1962 ανέβασε σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού την ιδιόρρυθμη μουσική παράσταση «Οδός Ονείρων». Και ο Λάκης Παππάς ερμήνευσε συγκλονιστικά εδώ το «Μανούλα μου». Το άστρο του είχε ανατείλει. Η συνέχεια είναι εξίσου λαμπρή για τον ίδιο, αφού τρία χρόνια μετά, το 1965, δισκογραφεί δύο ιστορικούς κύκλους τραγουδιών με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον πρώτο σε στίχους του Νίκου Γκάτσου και τον δεύτερο σε στίχους του Ιάκωβου Καμπανέλλη: Μιλάμε για τον «Ματωμένο γάμο» (του Λόρκα, σε απόδοση Νίκου Γκάτσου) και το «Παραμύθι χωρίς όνομα». Από τον πρώτο δίσκο μεγάλες στιγμές ερμηνευτικά είναι τα «Γύρνα φτερωτή του μύλου», «Νανούρισμα», «Ηταν καμάρι της αυγής», ενώ από τον δεύτερο κύκλο ο Παππάς είπε εκπληκτικά τα «Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι», «Στην ποταμιά σωπαίνει το ποτάμι», «Εκτορας και Ανδρομάχη».
Ο Λάκης Παππάς (γεννημένος στην Πρέβεζα το 1938) δούλεψε στις μπουάτ, συνέβαλε στη μυσταγωγία και την ατμόσφαιρα μιας εποχής, ενώ συνέθεσε και ο ίδιος κομμάτια που αγαπήθηκαν όπως το «Κι ύστερα μου μιλάς για καλοκαίρι» σε στίχους του Δημήτρη Ιατρόπουλου και το «Πάει κι αυτή η Κυριακή» μαζί με τον Γιάννη Αργύρη.
Χαμηλών τόνων, ευαίσθητος και με ήθος, τα τελευταία χρόνια συμμετείχε σε συναυλίες ή σε μαγαζιά όπως η Φαίδρα, αλλά ποτέ δεν επιχείρησε να αναβιώσει το κλίμα των μπουάτ με φολκλόρ τρόπο. Αφοσιωμένος στην κιθάρα του (παρά τις χρόνιες τενοντίτιδες που τον ταλαιπωρούσαν) ερμήνευε τα κομμάτια του («Μην κουραστείς να μ’ αγαπάς» κ.ά.) υπενθυμίζοντας τον κώδικα μιας εποχής που ο ίδιος πρωταγωνίστησε και χάρηκε και είχε στο κέντρο της τον δημιουργό, την ποίηση, την παρέα, ενώ η κυκλοφορία ενός δίσκου αποτελούσε ένα ολοκληρωμένο αισθητικό γεγονός.

Ο επίμονος νεαρός

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιστορία των τραγουδιών του Χατζιδάκι για το θεατρικό «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα σε διασκευή Ι. Καμπανέλλη. Οταν το έργο ανέβηκε το 1959, δεν είχε μεγάλη επιτυχία και τα τραγούδια που ο Λάκης Παππάς έπαιζε ζωντανά στην παράσταση συνοδεύοντας τον Θύμιο Μιχαλόπουλο επί σκηνής ξεχάστηκαν. Παρ’ όλα αυτά, ο νεαρός τραγουδοποιός τα έπαιζε στις μπουάτ με αφοσίωση, μέχρι που ο Χατζιδάκις το έμαθε (ο ίδιος τα είχε σχεδόν ξεχάσει) και αποφάσισε να τα δισκογραφήσει το 1962, συγκινημένος και ενθουσιασμένος από τον επίμονο νεαρό.