Η επιχείρηση «πειθώ» αρχίζει σήμερα στο Παρίσι όπου ο Ματέο Ρέντσι συναντάται με τον Φρανσουά Ολάντ. Αλλά η πραγματική δοκιμασία είναι τη Δευτέρα στο Βερολίνο, όπου ο ιταλός πρωθυπουργός θα πρέπει να πείσει τη γερμανίδα καγκελάριο πως το πρόγραμμα ύψους 90 δισεκατομμυρίων ευρώ που ανακοίνωσε για την επανεκκίνηση της ιταλικής οικονομίας και την ανακούφιση των ιταλών πολιτών είναι αφενός εφαρμόσιμο και αφετέρου δεν υπάρχει ο κίνδυνος να ανοίξει και πάλι ο ασκός του Αιόλου στην ευρωζώνη. Η αποστολή δεν είναι καθόλου εύκολη για μια σειρά από λόγους. Ο Κεντροαριστερός Ματέο Ρέντσι πρέπει να πείσει ότι η πολιτική της λιτότητας δεν είναι μονόδρομος για τη Ρώμη (και συνεκδοχικά και για άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες) και η συντηρητική Ανγκελα Μέρκελ να πειστεί ότι η Ευρώπη μπορεί να πορευτεί και χωρίς την οικονομική ορθοδοξία του Βερολίνου. Από μία άποψη πρόκειται για τη σύγκρουση δύο κόσμων. Μόνο που είναι δύο κόσμοι κάπως παράδοξοι. Στον έναν είναι η Ιταλία, ο υπόλοιπος ευρωπαϊκός Νότος αλλά και οι Ηνωμένες Πολιτείες του Μπαράκ Ομπάμα. Στον άλλο είναι το Βερολίνο, ο ευρωπαϊκός Βορράς αλλά και οι Βρυξέλλες του Ζοζέ Μπαρόζο και του Ολι Ρεν. Η μονομαχία είναι αναπόφευκτη. Και αποκτά επιπλέον σημασία ενόψει των ευρωεκλογών του Μαΐου.

Οι τετ α τετ συναντήσεις πρώτα με τον γάλλο πρόεδρο στο Μέγαρο των Ηλυσίων και έπειτα με την Ανγκελα Μέρκελ στη γερμανική καγκελαρία ήταν προσωπική επιλογή του ιταλού πρωθυπουργού. Ο Ματέο Ρέντσι είναι πεπεισμένος ότι αυτός είναι ο πιο εύκολος τρόπος για να υπάρξουν «συγκεκριμένα αποτελέσματα» στα δύο ραντεβού. «Προτιμώ τον απευθείας διάλογο, είναι πιο αποτελεσματικός και λειτουργεί καλύτερα» φέρεται να ξεκαθάρισε σε κάποιους από τους στενούς συνεργάτες του που τον συμβούλευσαν να επιλέξει διαφορετική οδό επικοινωνίας.

Οι επιφυλάξεις είναι κατανοητές. Ο Ρέντσι καλείται να εξηγήσει πρωτίστως στην γερμανίδα καγκελάριο από πού θα εξοικονομήσει τα χρήματα για να επιστρέψει 1.000 ευρώ στους χαμηλόμισθους ή πώς θα μειώσει τη φορολογία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων χωρίς να βουλιάξει ένα καράβι το οποίο είναι ήδη μπαταρισμένο. Με άλλα λόγια, πρέπει να πείσει ότι η Ιταλία δεν θα έχει την τύχη του «Costa Concordia». Ο ιταλός πρωθυπουργός έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του –και σε αντίθεση με τον Φραντσέσκο Σκετίνο, τον καπετάνιο που έριξε το κρουαζιερόπλοιο στα βράχια, είναι έξυπνος. Ο Ρέντσι δεν συμμερίζεται ούτε τις επιφυλάξεις του προέδρου Ναπολιτάνο και του υπουργού του των Οικονομικών Πιερ Κάρλο Παντοάν. «Οταν απλώς επιπλέεις στο τέλος βουλιάζεις, όπως αποδείχθηκε με την προηγούμενη κυβέρνηση» επαναλαμβάνει στους ανθρώπους του στενού επιτελείου του. «Πρέπει να πάρουμε αποφάσεις ακόμη και αν πρέπει να ρισκάρουμε».
Η αυτοπεποίθηση του Ρέντσι δεν είναι μόνο ιδιοσυγκρασιακή. Πηγάζει και από μία πολύ καλά οργανωμένη στρατηγική. Ο 39χρονος πρωθυπουργός δεν σκοπεύει να αραδιάσει στην 59χρονη καγκελάριο μόνο αριθμούς για να την πείσει ότι το σχέδιό του είναι και βιώσιμο και ακίνδυνο. Δεν θα εξηγήσει μόνο από πού θα εξοικονομήσει τα 3,5 δισ. που θέλει να δώσει στην εκπαίδευση ή το ένα δισ. με το οποίο θέλει να ενισχύσει την πολιτική προστασία. Η συζήτηση δεν είναι μόνο οικονομική και δεν θα αφορά μόνο τον μεταρρυθμιστικό οίστρο του, που αρχίζει από το φορολογικό σύστημα και φτάνει έως την αγορά εργασίας. Ο Ρέντσι θα επιμείνει κυρίως στην πολιτική διάσταση εξηγώντας ότι τα μέτρα που προτίθεται να προωθήσει η κυβέρνησή του είναι το αντίτιμο για τη σταθερότητα στη χώρα του και κατά συνέπεια για τη σταθερότητα στην Ευρώπη.
Είναι ένα επιχείρημα που έχει χρησιμοποιήσει και η Αθήνα. Και το οποίο στα ιταλικά μεταφράζεται ως εξής: «Κάθε ψήφο που χάνει ο Μπέπε Γκρίλο και κερδίζει το Δημοκρατικό Κόμμα είναι κέρδος και για την Ευρώπη». Το πρόβλημα είναι ότι η Κομισιόν κάνει πως δεν καταλαβαίνει ιταλικά –για τα ελληνικά ούτε λόγος. Την επομένη της εξαγγελίας του πακέτου των 90 δισ. ευρώ ο αρμόδιος επίτροπος για τα Οικονομικά Ολι Ρεν έσπευσε να δηλώσει μέσω του εκπροσώπου του ότι «η Ιταλία πρέπει να σεβαστεί το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης δεδομένου και του πολύ υψηλού δημόσιου χρέους της». Η Ευρώπη ανησυχεί για όσα συμβαίνουν στη Ρώμη –και ανησυχεί όλο και περισσότερο. Η Ιταλία είναι η δεύτερη χώρα της ΕΕ σε βιομηχανική παραγωγή και η δεύτερη στο δημόσιο χρέος. Η οικονομία της είναι πολύ μεγάλη για να αφεθεί να βουλιάξει, αλλά ενδέχεται να είναι και πολύ μεγάλη για να μπορέσει να σωθεί.
Η ανησυχία των Βρυξελλών εδράζεται σε δύο παράγοντες. Ο ένας είναι η υπερβολική μακροοικονομική ανισορροπία της ιταλικής οικονομίας. Ο δεύτερος, το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός φαινόμενου ντόμινο. Για τις Βρυξέλλες, η Ιταλία παραμένει ο μεγάλος ασθενής της ευρωζώνης –και όχι μόνο από οικονομικής άποψης. Αυτό σημαίνει ότι για να πείσει ο Ματέο Ρέντσι πρέπει να επιστρατεύσει κάτι περισσότερο από το αδιαμφισβήτητο επικοινωνιακό ταλέντο του.

ΤΕΛΕΣΙΓΡΑΦΟ

«Εμείς αποφασίζουμε»!

Ο Ματέο Ρέντσι επισήμανε ότι θα ικανοποιηθούν όλες οι υποχρεώσεις της Ιταλίας έναντι της ΕΕ και του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι είναι το ιταλικό κράτος που θα αποφασίσει πώς θα ξοδέψει

τα χρήματά του