Στο σχολείο, τον έναν τον πείραζαν για τα μεγάλα κοκάλινα γυαλιά του, τον άλλον για τα παραπανίσια του κιλά. Ο τρίτος ήταν από πάντα «ο γόης». Και οι τρεις όμως είχαν καλές φωνές τενόρων. Ωσπου τις ένωσαν και η μουσική βιομηχανία, η οποία ελπίζει σε θαύματα, είδε στα πρόσωπα των εφήβων Τζιανλούκα, Πιέρο και Ιγκνάτσιο τους νέους Τρεις Τενόρους της ποπ

Από το πρώτο κιόλας μακρόσυρτο «Νοοοοοοο» τους, στο θρυλικό «Il Mondo» που μας άφησε κληρονομιά ο αξέχαστος Τζίμι Φοντάνα, η βελούδινη βαθιά φωνή δεν προδίδει ηλικία. Θα μπορούσε να ανήκει σε σαραντάρη ή και πενηντάρη ιταλό τροβαδούρο. Και όμως. Αυτή η ώριμη αντρική φωνή τενόρου και οι άλλες δύο που την ακολουθούν ανήκουν σε τρία παιδιά. Για την ακρίβεια σε τρεις εφήβους – ήταν 16, 17 και 18 ετών αντίστοιχα όταν ηχογράφησαν το «Il Mondo» – από την Ιταλία.

ΠΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΥΦΗΛΙΟ. Ακόμη κι αυτό το οξύμωρο είναι ένα από τα μεγάλα ατού του οπερατικού γκρουπ αγοριών με το όνομα μιας… πτήσης: Il Volo. Ονομα το οποίο πλέον, χάρη και στους μουσικοκριτικούς που συμφωνούν ότι έχουν «τρεις φωνές, μία ψυχή», είναι διάσημο ανά την υφήλιο. Από την Γκουανταλαχάρα του Μεξικού – όπου θα βρίσκονται αυτές τις ημέρες στο πλαίσιο της περιοδείας τους, όπως και στη Χιλή και στη Γουατεμάλα και στην Αργεντινή και αλλού – μέχρι το αστραφτερό Ροκφέλερ Σέντερ του Μανχάταν, στο οποίο τον περασμένο Δεκέμβριο άναψαν, με τραγούδια τους, το εμβληματικό χριστουγεννιάτικο δέντρο. Και από τα καμαρίνια της Μπάρμπρα Στρέιζαντ και του Πλάθιντο Ντομίνγκο ώς τα στούντιο της Αμπεϊ Ρόουντ (των Beatles) και τα κλαμπ της Ιαπωνίας.
Και να φανταστεί κανείς ότι όλα έγιναν πολύ γρήγορα για τον 19χρονο πλέον Ιγκνάτσιο Μποσκέτο, τον 18χρονο Τζανλούκα Τζινόμπλε και τον 20χρονο Πιέρο Μπαρόνε, που κατάφεραν να ξανακάνουν – ναι, να ξανακάνουν – μόδα το «O Sole Mio», τη θρυλική καντσονέτα από τη Νάπολι, σε ολόκληρο τον κόσμο, χάρη στην παιδική και όμως τόσο ώριμη (ακουστικά) ερμηνεία τους. Και με την εκδοχή του ίδιου τραγουδιού στο τηλεοπτικό τάλεντ σόου «American Idol» κατάφεραν να σπάσουν ρεκόρ τηλεθέασης, να αναδειχθούν στους καλύτερους γκεστ – φιλοξενούμενους – στο σόου και να σκαρφαλώσουν στις πρώτες θέσεις της λίστας επιτυχιών του Billboard.
Αυτό όταν πέρασαν στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Διότι η ιστορία τους ξεκινά το Μάιο του 2009 στην Ιταλία και πάλι σε ένα τηλεοπτικό πλατό. Στον διαγωνισμό νέων τραγουδιστών της RAI, «Ti Lascio Una Canzone», στο Σαν Ρέμο, τόπο εμβληματικό για το ιταλικό καντσόνε. Ο Τζανλούκα, από την περιοχή του Αμπρούτσο στην Κεντρική Ιταλία (ακόμη κατοικεί στο ορεινό χωριουδάκι του, το Μοντεπάγκανο, με τους 1.207 κατοίκους), κέρδισε τον διαγωνισμό με το τραγούδι του συμπατριώτη του Αντρέα Μποτσέλι «Il mare calmo della sera».
Ομως στη διάρκεια του διαγωνισμού, στον οποίο συμμετείχαν και οι άλλοι δύο (ο Ιγκνάτσιο από την Μπολόνια στον Βορρά και ο Πιέρο από ένα χωριό του Ακράγαντα στη Σικελία), τους ζητήθηκε να τραγουδήσουν όλοι μαζί, έτσι για την χαρά του σόου, το «O Sole Mio». Και το χάρηκαν πολύ. Και ταίριαξαν. Και είπαν να το συνεχίσουν ως Tre Tenori πρώτα, The Tryo έπειτα, Il Trio στη συνέχεια μέχρι που… η μπίλια κάθησε το 2010 στο Il Volo.
Ετσι βρέθηκαν ανάμεσα σε μεγαθήρια του ροκ και της ποπ να τραγουδούν «We Are the World» για την Αϊτή, μη ξεχνώντας πότε πότε να επιστρέφουν και στην πατρίδα τους, π.χ. για να τραγουδήσουν το δημοφιλές «Granada» στα 60ά γενέθλια του Φεστιβάλ του Σαν Ρέμο, τόπο που σηματοδοτεί άλλωστε και τις δικές τους απαρχές και όπου βρέθηκαν να τραγουδούν και για τη Ράνια, βασίλισσα της Ιορδανίας, που ζήτησε επίμονα να τους ακούσει, όσο η φήμη τους εξαπλωνόταν και προς Ανατολάς.
Και ενώ η μεγάλη τους χαρά ήταν να συναντούν τους θαυμαστές τους, όπως όλοι δηλώνουν σε συνεντεύξεις σαν να είναι συνεννοημένοι, η συνάντηση με τον βετεράνο της δισκογραφίας Τόνι Ρένις και κυρίως με τον σταρ παραγωγό του «κρούνερ» Μάικλ Μπουμπλέ και της Σελίν Ντιόν, Χουμπέρτο Γκάτικα, οι οποίοι με την πρώτη χαιρετούρα δήλωσαν θαυμαστές τους, έφερε πολύ περισσότερα στους Il Volo: ένα δισκογραφικό συμβόλαιο για ένα άλμπουμ με το όνομά τους, που κυκλοφόρησε το 2011 και διεθνώς (και στην Ελλάδα) και στη συνέχεια ένα χριστουγεννιάτικο άλμπουμ, το «We Are Love» και το «Mas Que Amor», που συνέπεσε με τη μετάφραση των τραγουδιών τους – και του «Il Mondo», που λέγαμε – στα ισπανικά.
Την ώρα που ο γεματούλης Ιγκνάτσιο έχανε τριάντα κιλά (για να χωράει και στα Αρμάνι και τα Ντόλτσε & Γκαμπάνα, που στρώθηκαν από τους οίκους μόδας στα πόδια τους αφειδώς και με το αζημίωτο) και ο Τζανλούκα έκανε εντατικά αγγλικά, έτοιμος για την παγκόσμια καριέρα που του υπόσχονταν οι μέντορές των Il Volo, οι οποίοι διεκδικούν τη χαρά της ανακάλυψης «ενός τρίο παιδιών που τραγουδούν σαν ώριμοι τροβαδούροι».
Στο μεταξύ, η παγκόσμια περιοδεία τους κατάφερε να φέρει μπροστά τους ακροατήριο ηλικίας 7 έως 77 ετών (για το δεύτερο δεν είμαστε σίγουροι ότι είναι το ανώτατο όριο…), ένα εξαιρετικό λάιβ στην Οπερα του Ντιτρόιτ κυκλοφόρησε σε μορφή DVD με τη δύναμη «καρτ βιζίτ» και η ίδια συναυλία χτύπησε μεγάλα νούμερα όταν προβλήθηκε σε Ηνωμένες Πολιτείες και Καναδά μέσω του κρατικού αμερικανικού δικτύου PBS.
ΣΤΡΕΪΖΑΝΤ ΚΑΙ ΝΤΟΜΙΝΓΚΟ. Ενώ προεξέτειναν το ρεπερτόριό τους από τις ιταλικές καντσονέτες έως τους U2, με το «Beautiful Day» και πέρασαν από τα μεγαλύτερα αμερικανικά τηλεοπτικά σόου (του Τζέι Λίνο, το «Today Show», το «Good Morning America» κ.ά.), η θαλερή Μπάρμπρα Στρέιζαντ τούς κάλεσε να ενώσουν τις φωνές τους σε γκράντε κοντσέρτο ενώπιον 20.000 θεατών. Οπως τις ένωσαν και στο στούντιο με εκείνη του μεγάλου τενόρου Πλάθιντο Ντομίνγκο, ο οποίος υπέκυψε στις αφόρητες πιέσεις του εγγονού του να συνεργαστεί με τα τρία αγόρια. Για τη συνεργασία με τον αγαπημένο των Ιταλών Ερος Ραματσότι, επίσης στο άλμπουμ «We Are Love», δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι υπέστη πιέσεις από το συγγενικό του περιβάλλον. Πάντως δεν του κακόπεσε να κάνει μία ακόμη επιτυχία στα ιταλικά τσαρτ μαζί με τους Il Volo στο Cosi.
Βέβαια, την ώρα που το τραγούδι σκαρφάλωνε στις πρώτες θέσεις και ο Τζανλούκα είχε γίνει εξπέρ στα γαλλικά, τα αγόρια είχαν φτάσει να τραγουδούν στην τελετή απονομής του Νομπέλ Ειρήνης στο Οσλο ενώπιον του Βασιλιά Χάραλντ Ε’. Και να δηλώνουν ότι αυτή η – κοινή – «Πτήση» ζωής, μάλλον φέρνει σε όνειρο ευοίωνο.