«Δεν είμαστε μακριά από την πίστη ότι η φωτιά είναι το πρώτο φαινόμενο για το οποίο το ανθρώπινο πνεύμα σκέφτηκε... Η φωτιά είναι μάλλον ένα κοινωνικό κι όχι τόσο ένα φυσικό ον».
Gaston Bachelard, «Η ψυχανάλυση της φωτιάς»

Πριν από περίπου 22 χρόνια, μια μεγάλη δασική πυρκαγιά κατέκαυσε μεγάλες εκτάσεις στο Αγιον Ορος και απείλησε το μοναστήρι της Σιμωνόπετρας, ένα από τα πιο σημαντικά αρχιτεκτονικά μνημεία του Ορους. Γράφτηκαν τότε πολλά, γίνανε συσκέψεις, συνέδρια... Μεσολάβησαν εν τω μεταξύ οι μεγάλες πυρκαγιές της Πεντέλης και του Ταϋγέτου (1998), της Σάμου και της Πελοποννήσου (2000), της Χαλκιδικής (2006). Φτάσαμε έτσι στο 2007, όπου σημειώθηκε στη χώρα μας μια από τις μεγαλύτερες οικολογικές καταστροφές όχι μόνον σε ελληνικό, αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο (Πήλιο, Πάρνηθα, Δερβενοχώρια, Εύβοια και ιδιαιτέρως η μεγάλη πυρκαγιά της Πελοποννήσου με 67 θύματα και τεράστιες ζημιές στο φυσικό και το δομημένο περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένης και της περιοχής της αρχαίας Ολυμπίας). Η συνολική επιφάνεια δασών και φυσικών εκτάσεων που κάηκε ήταν περίπου 1.100.000 στρέμματα και 880.000 στρέμματα γεωργικών καλλιεργειών, συμπεριλαμβανομένων και των βοσκοτόπων.

Βρισκόμαστε μήπως σήμερα στο ίδιο έργο θεατές; Δεν θα αναφωνήσω αυτά που έγραφε πανεπιστημιακός συνάδελφος το 1998 για την πυρκαγιά της Πεντέλης: «Αρνούμαι να πιστέψω ότι είμαστε κράτος αναξίων». Δεν θα συμφωνήσω όμως από την άλλη μεριά και με εκείνους (ιδίως τους πολιτικούς) που προσπαθούν να μας πείσουν ότι βελτιώθηκαν πολύ τα πράγματα στη χώρα μας, ιδιαιτέρως αν συνυπολογιστεί το τεράστιο κόστος των κάθε είδους ζημιών του φυσικού και του δομημένου περιβάλλοντος, προστιθεμένου και του αυξανόμενου συνεχώς κόστους των μέτρων πυροπροστασίας.
Η παρέμβασή μου αυτή δεν έχει σκοπό να υποδείξει μέτρα που πρέπει να παίρνουμε ως πολίτες και ως πολιτεία για την αντιμετώπιση της μεγάλης αυτή φυσικής καταστροφής, αλλά για να τονίσει ορισμένα σημεία που είναι εξ αντικειμένου πολύ σοβαρά, αλλά υποτιμώνται συστηματικά ή ουδόλως λαμβάνονται υπόψη από τους κατεξοχήν αρμοδίους.

Κανένας - κυριολεκτικά κανένας - αρμόδιος υπουργός στη μεταπολιτευτική περίοδο δεν εκτίμησε με σοβαρότητα το πρόβλημα της Πυροπροστασίας στην Ελλάδα. Η πολιτική εξουσία στη χώρα μας αντιμετωπίζει τα θέματα ασφάλειας ως περιττή πολυτέλεια υψηλού κόστους και προσπαθεί να τα διαχειριστεί περισσότερο μικροπολιτικά παρά επιστημονικά. Αυτό τις περισσότερες φορές έχει αποτέλεσμα να γίνονται μεγάλες δαπάνες με πενιχρά αντίστοιχα αποτελέσματα. Στην πρωτοφανή οικονομική κρίση που περνάμε, η έλλειψη σχεδιασμού και στρατηγικής με επιστημονική τεκμηρίωση είναι καταστροφική.
Δυστυχώς ο αυξανόμενος επεκτατισμός των αρμοδιοτήτων του Πυροσβεστικού Σώματος σε όλο το φάσμα της αντιμετώπισης των πυρκαγιών, αστικών και δασικών, και στον τομέα σχεδιασμού - πρόληψης και στον τομέα καταστολής, είναι από τα μοναδικά παγκοσμίως φαινόμενα ακόμη και στις χώρες που έχουν στοιχειώδη τεχνολογική ανάπτυξη. Αν και βεβαίως είναι βάσιμος ο ισχυρισμός ότι οι υπόλοιποι συναρμόδιοι φορείς (ΥΠΕΚΑ, ΕΛΟΤ, ΑΕΙ, Δασικές Υπηρεσίες κ.λπ.) δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αποτελεσματικότητα και ως εκ τούτου εκ των πραγμάτων είναι υποχρεωμένη η Πυροσβεστική - ένα ομολογουμένως δημοφιλές και απαραίτητο σε κάθε κοινωνία Σώμα - να καλύψει τα δημιουργούμενα κενά, εντούτοις η θέση αυτή είναι επικίνδυνη και έχει παρουσιάσει ήδη πολλά αρνητικά αποτελέσματα, που δυσφημούν «αυτήν καθαυτή» την Υπηρεσία. Ο πυροσβέστης - επιστήμονας δεν είναι δυνατόν να είναι συγχρόνως και πυροσβέστης κατάσβεσης. Δεν έχει τις περισσότερες φορές τις γνώσεις και τα μέσα να εγκρίνει υλικά και πολύπλοκα μέσα πυροπροστασίας (π.χ. αντιπυρικές βαφές, ελικόπτερα κ.λπ.), με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν στη χώρα μας είδη - προϊόντα αμφίβολης ποιότητας και πιστοποίησης, αλλά και δυσανάλογα υψηλού κόστους.
Σήμερα ο κλάδος της Επιστήμης και της Τεχνολογίας της Φωτιάς (Fire Science and Technology) είναι ένας αυτόνομος επιστημονικός κλάδος και υπάρχουν πανεπιστήμια που δίνουν βασικό δίπλωμα fire engineer («πυρομηχανικού»). Στη χώρα μας δεν είναι ίσως σήμερα ο καιρός να μιλούμε για ίδρυση Ινστιτούτων, Εργαστηρίων ή Οργανισμών Πυροπροστασίας (όπως μιλούσαμε τη δεκαετία του 1990).

Είναι όμως απαράδεκτο - εδώ και δυο χρόνια - να υπάρχει στα συρτάρια του ΤΕΕ έτοιμο σχέδιο αναθεώρησης του Κανονισμού Πυροπροστασίας ΠΔ 71/1987, με ενσωματωμένες όλες τις υποχρεώσεις εφαρμογής των εναρμονισμένων ευρωπαϊκών προτύπων ΕΝ και άλλες βελτιώσεις, χωρίς κανένας αρμόδιος να ενδιαφέρεται για την προώθησή του. Είναι απαράδεκτο να καταργούνται μαθήματα σχετικά με την Πυροπροστασία που διδάσκονταν για πολλά χρόνια στα ΑΕΙ, αποδεικνύοντας έτσι την υποτίμηση και την απαξίωση του γνωστικού αυτού αντικειμένου στη χώρα μας. Είναι απαράδεκτο να λειτουργεί στο ΥΠΕΚΑ μία επιτροπή παρεκκλίσεων του Κανονισμού, που νομοθετήθηκε επί Λαλιώτη για ειδικές μόνον περιπτώσεις (Μουσείο Ακρόπολης), με πρωτοφανείς όμως μέχρι σήμερα εγκρίσεις παρεκκλίσεων, που καθιστούν τα κτίρια επικίνδυνα. Και φυσικά, το σοβαρότερο από όλα που αναφέραμε: είναι απαράδεκτα μεγάλες οι ζημιές και, αντιστοίχως, οι δαπάνες για δασικές και αστικές πυρκαγιές, χωρίς σοβαρή επιστημονική προσέγγιση και στρατηγική.
Ο Κυριάκος Παπαϊωάννου είναι ομότιμος καθηγητής Οικοδομικής και Πυροπροστασίας στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του ΑΠΘ και διετέλεσε ευρωπαίος εμπειρογνώμονας