Αναρωτιόμουν ποιες ερωτικές στιγμές του ελληνικού σινεμά θα μπορούσαν να βρουν χώρο σε αυτές τις σελίδες και φυσικά ήρθα αντιμέτωπος με το προφανές. Η εθνική μας φιλμογραφία είναι γεμάτη από κάλπικο αισθησιασμό, από σκηνές στημένες, αποστεγνωμένες από οποιοδήποτε πάθος, σκηνές που πιθηκίζουν άλλες ερωτικές στιγμές του διεθνούς σινεμά, δίχως στυλ και ουσία. Βλέπεις το ζεύγος να φιλιέται, δήθεν παθιασμένα, και ανάμεσά τους περνάει άνετα μια βέσπα. Το βλέπεις μετά στο κρεβάτι και τρίβεις τα μάτια σου, αρχικά από την έκπληξη και λίγο αργότερα από τη νύστα. Ηρθε μετά και ο νέος ελληνικός κινηματογράφος, πλήρως ασεξουαλικός λόγω τόσο του πολιτικού περιεχομένου του όσο και της μεταμόρφωσης του γυμνού σώματος σε υλικού «συμβολικού» και θα έλεγε κανείς πως στο σινεμά, που σχεδόν πρωτοστάτησε στον ευρωπαϊκό ερωτισμό (με το βωβό «Δάφνις και Χλόη» του Ορέστη Λάσκου, το 1931), ο ερωτισμός αποτελεί ζώνη απαγορευμένη.
Ευτυχώς, υπάρχει ο Γιώργος Πανουσόπουλος. Που απενοχοποιημένα κοιτάζει κατάματα τους ήρωές του διευρύνοντας διαρκώς τα όρια της κινηματογραφικής του ματιάς (θυμηθείτε το παιχνιδιάρικο «Μια μέρα τη νύχτα», που το γύρισε με ψηφιακή βιντεοκάμερα στο χέρι το 2001). Και φυσικά, αναζητώντας διαρκώς τον έρωτα. Από τους «Απέναντι» στη «Μανία» (με επίκεντρο στον καταπιεσμένο ερωτισμό που φυλακίζει μια εχθρική, αστική κοινωνία που υπαγορεύει τους κανόνες), από το «Μ’ αγαπάς;» (με πρωταγωνίστρια μια… καρδιά που αλλάζει σώμα, αλλά διατηρεί την ερωτική της διάθεση) στην εντυπωσιακά κινηματογραφημένη «Ελεύθερη κατάδυση», και από το «Μια μέρα τη νύχτα» (με την εξαίσια σκηνή του καταναγκαστικού – λόγω ληστείας – και άκρως ερωτικού δεσίματος δύο ηρώων) στην «Τεστοστερόνη» οι ήρωές του διεκδικούν, ποθούν, υποκύπτουν και υποτάσσονται στην ερωτική επιθυμία. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και η θέση του ίδιου του Πανουσόπουλου ως κινηματογραφιστή (εκτός από σκηνοθέτης, είναι και σπουδαίος διευθυντής φωτογραφίας) που με τη ματιά του να ακροβατεί ανάμεσα στη ζέση και την ελαφράδα, και τον αυτοσαρκασμό να κρύβεται πάντα πίσω από κάθε σημαινόμενο, μας υπενθυμίζει διαρκώς πως, πολλές φορές, το πιο όμορφο τοπίο που μπορεί να κινηματογραφηθεί είναι ένα γυμνό κορμί. Υπάρχει άλλος σκηνοθέτης στην Ελλάδα που κατόρθωσε να καταγράψει σε φιλμ την καθαρή κάψα με γραφή που στοχεύει κατευθείαν στο ένστικτο, δίχως στιγμή να σκοντάψει στο χυδαίο;
Η «Τεστοστερόνη», η ταινία που γύρισε το 2004, είναι μια ερωτική κωμωδία που αρχίζει κωμικά για να καταλήξει σε θρίλερ. Μιλώ στο τηλέφωνο με τον σεναριογράφο της, τον συγγραφέα Αύγουστο Κορτώ: «Αρχικά συναντηθήκαμε με τον Γιώργο και κουβεντιάσαμε τη μεταφορά ενός βιβλίου μου, αλλά γρήγορα έπεσε στο τραπέζι αυτή η ιδέα, η ιδέα του άνδρα που τον ποθούν όλες οι γυναίκες ενός νησιού. Ο Γιώργος, ως ετεροφυλόφιλος άνδρας έβλεπε σε αυτό μια κωμωδία, εγώ, ως ομοφυλόφιλος άνδρας, έβλεπα ένα θρίλερ. Γι’ αυτό στο τελικό αποτέλεσμα συνυπάρχουν και τα δύο. Και αν συναντάτε μειονεκτήματα στο φιλμ, μάλλον αυτά πρέπει να χρεωθούν στο σενάριο, που ήταν και το πρώτο που έγραψα ποτέ μου». Στη ταινία ο Πέτρος (τον ενσαρκώνει ο Δημήτρης Λιακόπουλος, με στυλ που μοιάζει να προέρχεται κατευθείαν από τη σχολή της ιταλικής κωμωδίας των 60s), ένας εικοσάχρονος ναύτης, επιστρέφει για ένα 24ωρο στο νησί του μέσα στον χειμώνα, για να ανακαλύψει πως είναι γεμάτο από νέες, ωραίες και διαθέσιμες γυναίκες, μέχρι που μια καταιγίδα αποκλείει το νησί. Ξαφνικά, όλες τον κυνηγούν, όλες τον διεκδικούν, όλες απαιτούν ένα «κομμάτι» του. Και ο ίδιος θα ερωτοτροπήσει με την παιδική του φίλη, με την κολλητή της αδελφής του, την ίδια του την αδελφή, με μια μηχανόβια, με μάνα και κόρη μαζί, τέλος πάντων, βάλτε με τον νου σας όποια ανδρική φαντασίωση και αντιλαμβάνεστε τι συμβαίνει επί της οθόνης. Μόνο που ο νεαρός δεν απολαμβάνει πια την όλη συνθήκη, αλλά τρομοκρατείται και προσπαθεί με κάθε τρόπο να σώσει την ίδια του τη ζωή. Γιατί, βλέπετε, αυτό που θέλουν οι γυναίκες (του νησιού) είναι η μέχρι τέλους «χρησιμοποίηση» του αρσενικού, που κι αυτό το άμοιρο στο τέλος θα επιστρέψει στο χώμα, σε έναν τάφο που όπως τον φιλμογραφεί ο Πανουσόπουλος μοιάζει με αιδειόμορφη σχισμή.
Ενδιαμέσως, ο Δημήτρης Λιακόπουλος θα κυνηγηθεί από τις Δήμητρα Ματσούκα, Ναταλία Δραγούμη, Μπέττυ Λιβανού, Καίτη Παπανίκα, Μαρία Ζορμπά, Γκιζέλα Ντάλι και την Τζέιν Σαμπανίκου. Και τώρα, ποια σκηνή από αυτές ξεχωρίζει; Δύσκολο, για να μην πω ακατόρθωτο να διαλέξει κάποιος από όλες αυτές τις γυναίκες, που ούτως ή άλλως καλύπτουν ολόκληρο το… φάσμα των ανδρικών ονείρων. Ετσι, ας μην το ψάξουμε πολύ. Ας δώσουμε όμως στην «Τεστοστερόνη» τον τίτλο της πιο καθαρά ερωτικής αλλά και ακομπλεξάριστης κωμωδίας του ελληνικού κινηματογράφου, από αυτές δηλαδή που οι Ιταλοί γύριζαν περίτεχνα κάποιες δεκαετίες πριν με ξεκαρδιστικά αποτελέσματα, κι ας αναζητήσουμε στο YouTube το χιουμοριστικό βαλσάκι που συνέθεσε και τραγούδησε με έντονη βραχνάδα ο ίδιος ο Αύγουστος Κορτώ («έκανα τρεις μέρες να μιλήσω μετά την ηχογράφηση»), με τον τίτλο: «Τρελές γυναίκες, πάψτε να μ’ αγαπάτε»: «Μη τον μαδάτε / θα το θυμάται / κι όταν ξανάρθετε, θα κάνει ότι κοιμάται»…