Οι απόψεις των τριών κυρίαρχων τάσεων σχετικά με τον Νόμο 4009/2011 για την Ανώτατη Εκπαίδευση («νόμος Διαμαντοπούλου»), που δημοσιεύθηκαν στα «ΝΕΑ» (Σάββατο, 4/8/2012), είναι ενδεικτικές του προβλήματος της Παιδείας στη χώρα μας. Με τις τοποθετήσεις τους, οι καθηγητές πανεπιστημίου Θεανώ Φωτίου, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Μαρία Ρεπούση, βουλευτής της ΔΗΜΑΡ και ο Ορέστης Καλογήρου, εκπρόσωπος της ομάδας των πανεπιστημιακών που ήταν υποστηρικτής της εφαρμογής του Ν. 4009, ο οποίος πριν από μερικές ημέρες τροποποιήθηκε από τη Βουλή ως προς ορισμένα βασικά του στοιχεία, δίνουν ανάγλυφα το σύνολο του προβληματισμού για το θέμα.
Οι συγγραφείς αυτών των συνοπτικών άρθρων είναι γνώστες των προβλημάτων των πανεπιστημίων και εκφράζουν με αρκετή τεκμηρίωση τις θέσεις τους. Πιστεύω δε ότι υπάρχει και στους τρεις καλή προαίρεση σχετικά με τον τρόπο που θεωρούν ότι θα πρέπει να λειτουργούν τα ΑΕΙ στη χώρα μας, εντασσόμενα σε ένα διεθνές και ιδιαίτερα σε ένα ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό περιβάλλον. Εχω όμως σοβαρές αμφιβολίες αν μπορεί να λυθούν βραχυπρόθεσμα ή κυρίως μακροπρόθεσμα τα χρονίζοντα προβλήματα των ελληνικών ΑΕΙ. Και εξηγούμαι γιατί διατηρώ τις επιφυλάξεις μου:
- Δεν υπάρχει η αναγκαία και σοβαρή μελέτη - απογραφή της πραγματικής κατάστασης των ελληνικών ΑΕΙ, καθώς και των παραγωγικών δομών και αναγκών της χώρας σε μία πρόβλεψη τουλάχιστον δεκαετίας. Ανάμεσα στις λίγες μελέτες που κυκλοφορούν δημόσια, θα συνιστούσα τα «Ανάλεκτα τεχνικής Παιδείας» του ομότιμου καθηγητή Θ. Τάσιου, την «Ελληνική Παιδεία» του τέως πρύτανη στο ΕΜΠ καθ. Θεμ. Ξανθόπουλου και τη συλλογική εργασία των Μ. Δαμανάκη, Β. Κουλαϊδή, Γ. Βαρουφάκη, Γ. Καλογήρου και Ν. Παπαδάκη «Το πραγματικό και το κεκτημένο».
- Είναι εντελώς δειλή η παρέμβαση της Πολιτείας στον έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης και διοίκησης των ΑΕΙ. Τα Συμβούλια Διοίκησης θα πρέπει κατά πλειοψηφία να αποτελούνται από εξωπανεπιστημιακούς και να έχουν ουσιαστικό ελεγκτικό ρόλο με αρμοδιότητα επιβολής αυστηρών ποινών για περιπτώσεις παραβάσεων σε οικονομικά και διοικητικά ζητήματα.
n Θα πρέπει να υπάρξει σε κεντρικό ή/και σε περιφερειακό επίπεδο αντίστοιχο Ανώτατο ακαδημαϊκό Οργανο, που θα παρεμβαίνει ουσιαστικά σε κάθε βάσιμη καταγγελία παραβίασης των ακαδημαϊκών κανόνων και της νομοθεσίας λειτουργίας των ΑΕΙ. Το Οργανο αυτό θα έχει υποχρέωση παρακολούθησης του πραγματικού αριθμού «ενεργών» φοιτητών και αντιστοίχως των τυχόν υπαρχόντων κενών σε διδακτικό προσωπικό. Επίσης θα καθορίζει και τον τελικό αριθμό εισακτέων έπειτα από μελέτη των προτάσεων των ΑΕΙ, καθώς και τεκμηριωμένων προτάσεων από πλευράς κυβέρνησης. Φυσικά, την τελική απόφαση και ευθύνη δεν μπορεί παρά να έχει η κυβέρνηση.
- Κάθε ακαδημαϊκός δάσκαλος θα εκλέγεται μόνο για μία θητεία σε αξίωμα διοικητικό και δεν θα μπορεί να απέχει των διδακτικών του καθηκόντων πάνω από μία τετραετία. Αν επιθυμεί να έχει μια δεύτερη τετραετία, αυτή θα αφαιρείται από τα συντάξιμά του χρόνια. Το ίδιο θα ισχύει και για την κατοχή θέσης στο Δημόσιο (βουλευτής, πρόεδρος Οργανισμού κ.λπ.).
- Η κατάληψη πανεπιστημιακού χώρου (όπως και κάθε δημόσιου χώρου) από οιονδήποτε πολίτη να χαρακτηρισθεί ως ποινικό αδίκημα και να τιμωρείται με ποινές αντίστοιχες της περίπτωσης κατάληψης ιδιωτικού χώρου.
- Η Πολιτεία θα πρέπει να αναλαμβάνει άμεσα την ευθύνη της για την πιστή τήρηση των νόμων του κράτους και για τον καταλογισμό στους υπευθύνους κάθε οικονομικής ζημίας που προκαλείται στην πανεπιστημιακή δημόσια περιουσία από πράξεις ή παραλείψεις τους.

Είναι γεγονός ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν πανάκεια για το πρόβλημα των ΑΕΙ στη χώρα μας. Αποτελούν ένα μικρό παράδειγμα αυτονόητων ενεργειών, που θεωρώ όμως βασικές προϋποθέσεις για μια πρώτη αντιμετώπιση χρόνιων παθογενειών που μαστίζουν την Ανώτατη Εκπαίδευση. Φοβάμαι όμως ότι παρά τις διακηρύξεις δεν υπάρχει πολιτική βούληση, αναγκαία γνώση και εμπειρία, ορθολογικός και σοβαρός σχεδιασμός, ούτε στις πολιτικές δυνάμεις ούτε στον κυρίαρχο ελληνικό λαό ούτε στην ακαδημαϊκή κοινότητα, αλλά ούτε στους παραγωγικούς φορείς.
Οι περισσότεροι ζούμε στον μικρόκοσμό μας και θεωρούμε ότι τα μεγάλα προβλήματα λύνονται μόνο με «σοβαροφανείς» πλην κοινότοπες προθέσεις.
Ο Κυριάκος Παπαϊωάννου είναι ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του ΑΠΘ