«Αν αγαπούσε κάποιον, γινόταν θυσία. Αν όχι, έδειχνε πλήρη αδιαφορία», λέει η Αλκη Ζέη για τη Ζωρζ Σαρή. «Ημασταν αχώριστες. Ακόμα και όταν έφυγα εγώ για τη Ρωσία και εκείνη για το Παρίσι, διατηρούσαμε, έστω και παράνομα, αλληλογραφία μέσω των Μιλλιέξ. Μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές της ζωής μου ήταν όταν ήρθε με τον θίασο του Ροντήρη στη Μόσχα. Κατέβηκε από το τρένο με χέρια απλωμένα να με αγκαλιάσει».
Ηταν πριν από τη συγγραφική σταδιοδρομία όλα αυτά. Η Ζωρζ Σαρή, κόρη Γαλλίδας από τη Σενεγάλη και Ελληνα από το Αϊβαλί, φοίτησε επί Κατοχής στη Δραματική Σχολή του Δημήτρη Ροντήρη και το 1947 υποχρεώθηκε να φύγει για το Παρίσι. Εκεί γνώρισε ανθρώπους όπως ο Κώστας Αξελός, η Μελίνα Μερκούρη, ο Μαρσέλ Μαρσό, αλλά και τον μελλοντικό της σύζυγο Μαρσέλ Καρακώστα, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. «Δείγμα και αυτό του αποφασιστικού χαρακτήρα της, όταν γνώρισε τον Μαρσέλ που ήταν φοιτητής Ιατρικής, είπε “εγώ με αυτόν τον άνθρωπο θα ζήσω”», σχολιάζει η Αλκη Ζέη. «Και ήταν τυχερή. Είναι ο άνθρωπος που της κρατούσε το χέρι μέχρι την τελευταία στιγμή», καταλήγει.
Ως ηθοποιός θεάτρου δούλεψε ήδη στο Παρίσι και στην Ελλάδα επέστρεψε το 1962, οπότε και έπαιξε δίπλα στους σημαντικότερους ηθοποιούς της εποχής. Σταμάτησε όταν ήρθε η χούντα και στράφηκε στη συγγραφή. Είχε προλάβει, πάντως, να παίξει επιλεκτικά και στον κινηματογράφο: στο «Τελευταίο ψέμα» του Μιχάλη Κακογιάννη (1958), στον «Ανθρωπο του τρένου» (1958) του Ντίνου Δημόπουλου, στη «Φαίδρα» (1962) του Ζυλ Ντασσέν, στο «Εγκλημα στα παρασκήνια» (1962) του Ντίνου Κατσουρίδη (βραβείο Β’ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης).
Οσο για τα ΕΠΟΝίτικα κατοχικά χρόνια; «Ηταν χρόνια χαράς και ελευθερίας», έχει πει. «Από δυστυχισμένοι γίναμε ευτυχισμένοι. Γιατί διαλέξαμε τον δρόμο της ζωής και ας υπήρχε ο θάνατος μέσα. Δεν φοβόμασταν. Υπήρχε ένας στόχος, η απελευθέρωση».