Οι ταινίες της λεγόμενης «παλιάς καλής εποχής» έχουν εντυπωθεί πλέον και στο ασυνείδητό μας, έπειτα από τόσες και τόσες προβολές στη μικρή οθόνη. Προβολές που έχουν πλέον κουράσει κάνοντας ζημιά και στον μύθο των ταινιών. Πότε με τις κουτσουρεμένες κόπιες των σινεμασκόπ ταινιών του Γιάννη Δαλιανίδη ή του Αλέκου Σακελλάριου, που προβάλλονται με κομμένα τα δυο άκρα του κάδρου (τακτική που μεταφέρθηκε και στα υποβαθμισμένα DVD των ταινιών της Φίνος Φιλμς). Και πότε με τις «ψηφιακά» επιμελημένες κόπιες που είναι ακόμη χειρότερες: ψηφιακοί τίτλοι ως εξόφθαλμο ξένο σώμα πάνω σε φιλμ φθαρμένα και ταλαιπωρημένα. Ενώ πλήθος άλλων «digital» τεχνικών αλλοιώνουν χείριστα την αισθητική και το ύφος πολλών ταινιών.
Μια εξαίρεση ετοιμάζεται να κάνει τη διαδρομή της πρώτα στις σκοτεινές αίθουσες: η θρυλική και πολυπαιγμένη «Κάλπικη λίρα» του Γιώργου Τζαβέλλα θα κυκλοφορήσει σε νέα, ψηφιακή έκδοση, όπου όμως η ψηφιακή επεξεργασία είναι εκ βάθρων και σωστή: το αυθεντικό αρνητικό της ταινίας καθαρίστηκε και μεταφέρθηκε σε σκληρό δίσκο ύστερα από σκανάρισμα καρέ καρέ (σκεφτείτε ότι ένα φιλμικό δευτερόλεπτο «χωράει» 24 καρέ).
Το σκαναρισμένο υλικό υπέστη περαιτέρω επεξεργασία για να «καθαριστεί» – και στην ηχητική μπάντα – και να αναδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες που είχαν χαθεί από τη φθορά του χρόνου, όπως εξήγησαν στα «ΝΕΑ» οι υπεύθυνοι για την εξαρχής ψηφιοποίηση. Την ώρα που και η εταιρεία Graal έχει αναλάβει ανάλογη ψηφιακή αποκατάσταση όλων των ταινιών της Φίνος Φιλμ.
Το τελικό αποτέλεσμα της επεξεργασίας καρέ καρέ προσφέρει στους θεατές την ευκαιρία να απολαύσουν την «Κάλπικη λίρα» όπως την απήλαυσαν εκείνοι που γέμισαν τις αίθουσες στην πρώτη προβολή της, τον Ιανουάριο του 1955, όταν σημείωνε ρεκόρ εισπράξεων κόβοντας τα περισσότερα εισιτήρια για εκείνη τη σεζόν, ήτοι 208.410.
Χαρακτηριστικά, το περιοδικό «Κινηματογραφικός Αστήρ» ανέφερε: «Η πρώτη προβολή της εν Αθήναις έκλεισε με 210 χιλ. περίπου εισιτήρια. Εν συνεχεία προεβλήθη στο “Ιρις” και απέδωσεν επί τέσσαρας συνεχείς εβδομάδας 34.000 εισιτήρια με τιμήν 10 δρχ. αντί της συνήθους των 5 δρχ. Εις το “Παλλάς” του Πειραιώς εσημείωσεν 48.836 εισιτήρια. Καταπληκτική ήτο επίσης η επιτυχία εις Θεσσαλονίκην όπου προεβλήθη διά 4ην εβδομάδα εις τα “Ηλύσια” με υπερτιμημένον εισιτήριον. Εις Καβάλαν, Σέρρας, Ηράκλειον, Λάρισαν, Βόλον και Πάτρας εδημιούργησε ρεκόρ ελληνικών και ξένων ταινιών με ηυξημένον εισιτήριον κατά 25%».
Στην ταινία, πέρα από ένα καστ από τους σταρ, νέους και παλαιότερους, της εποχής (στα γυρίσματα λέγεται πως γεννήθηκε και ο θυελλώδης έρωτας Ελλης Λαμπέτη – Δημήτρη Χορν), πρωταγωνιστεί η άνευ όρων αναζήτηση του χρήματος και το βαρύ τίμημα που μπορεί κάποιος να πληρώσει γι’ αυτό. Η «Κάλπικη λίρα» επίσης είναι και μια ανεκτίμητη ηθογραφία της δεκαετίας του ’50 για την Ελλάδα και καθόλου τυχαία ο γάλλος θεωρητικός Ζορζ Σαντούλ την ενέταξε ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Μεγάλη υπήρξε και η επιτυχία της στην τότε Σοβιετική Ενωση: όταν ο Τζαβέλλας παρευρέθη, χρόνια μετά, σε τιμητική προβολή της εκεί, η αίθουσα κόντεψε να… γκρεμιστεί από κόσμο και επευφημίες. Βραβευμένη στα Φεστιβάλ Βενετίας, Μπάρι και Μόσχας, με συμμετοχές στο Φεστιβάλ των Καννών και του Κάρλοβι Βάρι, η «Κάλπικη λίρα» αποτέλεσε την πρώτη πραγματική διεθνή επιτυχία του ελληνικού κινηματογράφου.