Η γνώριμη φιγούρα με το μαύρο καπέλο και το λευκό σιδερωμένο πουκάμισο καθόταν σκεφτική έξω από το κοσμηματοπωλείο του Καίσαρη στη Μύκονο πριν από μερικές ημέρες. Σκορπούσε χαμόγελα στους περαστικούς και στον στρατό των παπαράτσι που τη στήνουν στο καυτό τρίγωνο της πρώην Βεγγέρας στη Χώρα του κοσμικού νησιού. Ο Βασίλης Καρράς δεν ήταν ακόμη πρόεδρος του Ολυμπιακού Βόλου και απολάμβανε τις διακοπές του με τη μονάκριβη κόρη του Ειρήνη. Διατηρούσε βέβαια την ιδιότητα που τον έκανε διάσημο και δημοφιλή στον κόσμο, αυτήν του λαϊκού τραγουδιστή με τις δεκάδες επιτυχίες και τις χιλιάδες εργατοώρες στις ποτισμένες με ουίσκι πίστες όλης της Ελλάδας. Την περασμένη Δευτέρα, όπως αποκάλυψαν «ΤΑ ΝΕΑ», απέκτησε και νέο ρόλο: του παραχωρήθηκε το πακέτο των μετοχών του Ολυμπιακού Βόλου στην – ατελέσφορη, όπως αποδείχθηκε – προσπάθεια της θεσσαλικής ΠΑΕ να επιχειρήσει να ξεπεράσει τον σκόπελο της Επιτροπής Επαγγελματικού Αθλητισμού.
Ο Ολυμπιακός Βόλου απάντησε στην ΕΕΑ με την εκχώρηση των μετοχών στον Βασίλη Κεσογλίδη, δηλαδή τον Βασίλη Καρρά, ώστε να μπορέσει να εξασφαλίσει πιστοποιητικό συμμετοχής στο νέο πρωτάθλημα. Κάτι που τελικά δεν κατάφερε. Η θητεία του είχε διάρκεια μόλις τριών ημερών αφού την Τετάρτη ο Βασίλης Καρράς διέθεσε δωρεάν τις μετοχές του και παρέδωσε τη σκυτάλη της προεδρίας.
Η ΚΑΘΟΔΟΣ. Και αν θελήσει κάποιος να ξεκλειδώσει το πώς διήνυσε την απόσταση Θεσσαλονίκης – Βόλου ο γνωστός τραγουδιστής ή, μάλλον, την απόσταση πίστας – γηπέδου, σημειώστε πως έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με τον Αχιλλέα Μπέο τραγουδώντας στα νυχτερινά μαγαζιά που διατηρούσε ο προφυλακισμένος παράγων. Οι υπόγειες, και όχι κατ’ ανάγκην σκοτεινές διαδρομές ποδοσφαίρου – λαϊκού τραγουδιού ξεκινούν βέβαια από πολύ παλιά. Από τότε που ο γνωστός στιχουργός δεκάδων επιτυχιών Νίκος Μουρκάκος διετέλεσε πρόεδρος του Εθνικού και ο άσος της ΑΕΚ Μίμης Παπαϊωάννου επέλεξε να φλερτάρει με την ιδιότητα του τραγουδιστή δίπλα σε Καζαντζίδη – Μαρινέλλα. Οι εμπλοκές βέβαια είναι και πιο πρόσφατες αφού ο Αντώνης Ρέμος έχει διατελέσει πρόεδρος του Ηρακλή και ο Λευτέρης Πανταζής υπήρξε διορισμένος – επίσης από τον Μπέο – πρόεδρος του Πανιωνίου.
Αν και ο Βασίλης Καρράς με τη χαρακτηριστική βραχνάδα και την μπάσα φωνή – που έχει μιμηθεί με παροιμιώδη τρόπο ο Τάκης Ζαχαράτος – είναι πολύ διαφορετική περίπτωση και πάντως δεν πείθει με την αγάπη του για τον Ολυμπιακό Βόλου. Θα έπειθε περισσότερο αν είχε πάρει την άλλη ομάδα που πέφτει στην Δ’ Κατηγορία, αφού ο άνθρωπος είναι από την Καβάλα και πολιτογραφημένος Θεσσαλονικιός. Το λιμάνι των Αργοναυτών τού πέφτει λίγο μακριά. Ο Καρράς εκτός από τραγουδιστής είναι και άνθρωπος του παλιού κώδικα, με πολύ γκελ και συμπάθειες, που τιμάει τις φιλίες του.
Γεννημένος στις 12 Νοεμβρίου 1953 στο Κοκκινοχώρι Καβάλας με το όνομα Βασίλης Κεσογλίδης, μετακόμισε στα δέκα του στη Θεσσαλονίκη και ήδη τη χρονιά που κάτι παράξενοι τύποι σέρνονταν μέσα στις λάσπες ακούγοντας Τζάνις Τζόπλιν και Χέντριξ και γράφοντας τη χρυσή σελίδα του Γούντστoκ στις μακρινές ΗΠΑ, εκείνος – το 1969 – έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο κέντρο «Πρόσφυγας» του Ευόσμου Θεσσαλονίκης. Η ιδιαίτερη χροιά της φωνής του και το γεγονός πως δεν βασίστηκε στη μεγαλοψυχία κάποιου παλιού δημιουργού, έκαναν τον Καρρά τοπικό σταρ με ολοδικά του σουξέ και λαϊκούς ύμνους που περνούσαν από (μεθυσμένα και καψουρεμένα) μακεδονικά χείλη σε χείλη. Η βραχύβια εμπλοκή του με την ηθοποιία (σπούδασε και σε δραματική σχολή της Θεσσαλονίκης) δεν ήταν αρκετή να τον αποπροσανατολίσει από την αγάπη του για το τραγούδι. Μάλιστα η πληθωρική παρουσία του σε σκυλάδικα από την Κοζάνη και τη Βέροια μέχρι την Πύλη Αξιού τον έκανε εξαιρετικά δημοφιλή τα χρόνια του ’80, όταν είχε και τις πρώτες επιτυχίες του (το πρώτο του LP το 1979 με τον τίτλο «Παράγκες και παλάτια» αποτύπωνε και τη μετέπειτά πορεία του).
«Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι πάντα άψογος. Να απαλύνει πληγές ή να τις σκαλίζει. Και κυρίως πληγές ερωτικές», έλεγε ο Καρράς σε παλαιότερη συνέντευξη. Εκείνος βέβαια έμεινε πιστός στη γυναίκα του για παραπάνω από σαράντα χρόνια, την οποία γνώρισε στη δική του ντίσκο Μαριλού της δεκαετίας του ’70.
Ετσι, πολύ πριν κατέβει στην Αθήνα είχε κάνει δεκάδες σουξέ στη Θεσσαλονίκη επιβεβαιώνοντας πως η συμπρωτεύουσα υπήρξε πάντοτε δεξαμενή για το λαϊκό τραγούδι. Από τη Θεσσαλονίκη ξεκίνησαν οι Μελάς, Τερζής, Φωτιάδης αλλά και οι Ρέμος, Νατάσα Θεοδωρίδου, Κουρκούλης, Βανδή (την τελευταία τη βοήθησε πολύ ο Καρράς). Μάλιστα η κάθοδός του στις πίστες της Αθήνας είχε τη δική της εξήγηση, πέραν της μεγάλης επιτυχίας του, αφού ο θάνατος του Στράτου Διονυσίου το 1990 άφηνε κενό στην μπάσα και ερωτική πτέρυγα του λαϊκού τραγουδιού. Ο Καρράς κάλυψε το κενό, τα σουξέ του τραγουδήθηκαν πολύ τη δεκαετία του ’90 (θυμηθείτε το «Νύχτα ξελογιάστρα» ή τη συνεργασία του με τον Βοσκόπουλο), ενώ αξιοσημείωτη υπήρξε η σύμπραξή του με τον Μάνο Ξυδού και τους Πυξ Λαξ στο σουξέ «Ασ’ τη να λέει».
Τραγουδιστής «ειδικών αποστολών», με εκατοντάδες ώρες πτήσεων σε όλο τον κόσμο λόγω συναυλιών, συνόδευσε το 2010 τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού αντιστράτηγο Φραγκούλη Φράγκο στο Ουρόσεβατς του Κοσόβου για τη χριστουγεννιάτικη επίσκεψη στην ελληνική δύναμη μαζί με τον Πύρρο Δήμα και τον Ομιλο Βρακοφόρων Κρήτης.
ΟΙ ΑΠΕΙΛΕΣ. Τραγουδιστής και των περιπετειών, αποκάλυψε πρόσφατα στον Πέτρο Κωστόπουλο στην τηλεόραση πως υπήρξε θύμα απαγωγής δύο φορές(!) για να σταματήσει να τραγουδάει και να επωφεληθούν ανταγωνιστικά μαγαζιά.
Ανθρωπος και των πειραματισμών αλλά και της υποστήριξης των νέων τραγουδιστών, έφτασε το 2009 στον δίσκο «Οπως παλιά» να επανεκτελεί την «Πριγκιπέσα» του Μάλαμα (άψογα) αλλά και τη «Φωτοβολίδα» του Περίδη, ενώ συνεργάστηκε πολλάκις με την Κοκκίνου και με τους Αλχημιστές.
«Αλλα θέλω κι άλλα κάνω…», λέει κάποιος στίχος της «Πριγκιπέσας» που ο θεσσαλονικιός βάρδος επανεκτέλεσε. Αυτό ίσως και να ισχύει στην περίπτωση της εξπρές-προεδρίας του στον Ολυμπιακό Βόλου. Ο καιρός γαρ εγγύς για τον πολυπράγμονα καλλιτέχνη. Που παρεμπιπτόντως αγαπάει και τον πατσά.