Ειδυλλιακή ατμόσφαιρα ακριβού προαστίου αμερικανικής μεγαλούπολης, σπίτια με αυλές και καλοκουρεμένο γκαζόν, γειτόνισσες που ανταλλάσσουν συνταγές για μηλόπιτες και ζουν «μυστικά» πάθη, βουλιάζουν στην αμαρτία για να μετανοήσουν αμέσως μετά, παίρνουν διαζύγιο για να ξαναπαντρευτούν τον υδραυλικό της γειτονιάς τους, κυλούν στο αλκοόλ και αρνούνται να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα των παιδιών τους, σίγουρα οι «Νοικοκυρές σε απόγνωση» κάθε άλλο παρά υποδειγματικές ζωές είχαν. Και κατά έναν τρόπο αποτελούν τη νοσηρή εξέλιξη του μοντέλου της «οικογενειακής ευτυχίας» που οι διαφημιστές του «Mad men» κατασκεύασαν, χωρίς ούτε και εκείνοι να το υπηρετούν.
Ωστόσο, δεν είναι αυτό που τις οδηγεί ύστερα από 7 και πλέον σεζόν προβολής (από το 2004) στο φινάλε των περιπετειών τους. Μπορεί να ξεσήκωσαν την μήνιν παντός είδους οργανώσεων από θρησκευτικές μέχρι φεμινιστικές, η καθεμιά θεωρώντας ότι τα γυναικεία πρότυπα της σειράς βρίσκονται μακράν του «ιδανικού μοντέλου» νοικοκυράς, αλλά αυτό ήταν και το μυστικό της επιτυχίας τους. Η πικρή «αλήθεια» πίσω από τη διαφημιστική εικόνα της αμερικανικής ευημερίας.
Διόλου τυχαίο το γεγονός ότι μια εκ των «νοικοκυρών» εργάζεται στη διαφήμιση, γεγονός που της δημιουργεί διλήμματα μεταξύ καριέρας και μητρότητας, για να εφαρμόσει στην οικογένειά της ακόμη και το μοντέλο του συζύγου-στο-σπίτι-με-τα παιδιά και εκείνη στο γραφείο. Πρωτόγνωρα ζητήματα σε μια Αμερική που δοκίμαζε τρόπους να αντιμετωπίσει τα ψυχολογικά και οικογενειακά προβλήματα που προκάλεσε η απόσταση μεταξύ διαφημιστικού ονείρου και πραγματικότητας. Μπορεί ακριβώς «νοικοκυρές» να μην ήταν οι Σούζαν (Τέρι Χάτσερ – φωτογραφία αριστερά), η Μπρι (Μάρσια Κρος), η Λινέτ (Φελίσιτι Χόφμαν) και η Γκαμπριέλ (Εύα Λονγκόρια), ήταν όμως χαρακτήρες που είχαν σχέση με την αμερικανική πραγματικότητα και που όμως έχει τόσο αλλάξει μέσα στην οικονομική κρίση, ώστε δυσκολεύονται πλέον να την παρακολουθήσουν. Το φινάλε ήταν αναμενόμενο.