Η Γαλλική Επανάσταση του 1789, πέρα από μια τεράστια προσπάθεια απελευθέρωσης και χειραφέτησης ανθρώπων ενδεών και κατατρεγμένων για αιώνες ολόκληρους, υπήρξε επίσης, σύμφωνα με τον φιλόσοφο των αμφιθεάτρων Μισέλ Ονφρέ, «μια στιγμή αχαλίνωτης μνησικακίας». Φθόνος, ζήλεια, μίσος και πικρία, μεμψιμοιρία, άκρως εγωιστικοί υπολογισμοί και κυρίως δολοφονίες και βασανισμοί παρεισφρέουν μες στη διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού, και έτσι παίρνουν επαναστατικό πρόσημο και νομιμοποιούνται. Ο πεινασμένος λαός δεν αποζητά ούτε ελευθερία ούτε δημοκρατία, να φάει θέλει και να εκδικηθεί. Κυριαρχεί η «λαϊκή δικαιοσύνη, συνοπτική δικαιοσύνη». Οποιος έχει φταίξει, πραγματικά ή μη, θα σφαγιαστεί. Το κεφάλι του θα κοπεί και θα παλουκωθεί. Ο Ονφρέ κάνει λόγο «για ένα τεράστιο ξεκαθάρισμα λογαριασμών των μετριοτήτων». Μία από αυτές ήταν κατά τη γνώμη του και ο Ζαν – Πολ Μαρά, ο εκδότης της εφημερίδας «Φίλος του λαού», πολέμιος λαϊκών ειδώλων όπως ο Δαντών, πρόεδρος των Ιακωβίνων με θέσεις ακραίες, που συστήνεται από τον Ονφρέ ως εξής: «Γιος ενός παπά και μιας μέγαιρας, διπλωματούχος αγύρτης και τσαρλατάνος γιατρός, επιστήμων των οχετών, παρασκηνιακός ζωοτόμος και αγοραστής ανθρωπίνων πτωμάτων».
Υστερα από μια σειρά αποτυχημένων προσπαθειών να ενταχθεί είτε στις τάξεις των ανθρώπων του πνεύματος είτε σε εκείνες των αριστοκρατών (!), ο Μαρά ξεδιπλώνει όλη του την εμπάθεια κατά την πρώτη περίοδο της Τρομοκρατίας (1792).
Εξ αρχής προτρέπει στο μαζικό έγκλημα – «προ ενός έτους πεντακόσια – εξακόσια κεφάλια θα σας έκαναν ευτυχισμένους, σήμερον θα χρειαζόταν να κόψουμε δέκα χιλιάδες και εντός μερικών μηνών θα κόψετε ίσως εκατό χιλιάδες, και θα πράξετε άριστα» – και προτείνει, μεταξύ άλλων, να στηθούν οκτακόσια ικριώματα για τους οκτακόσιους βουλευτές της Συντακτικής Συνέλευσης, γινόμενος έτσι ο ηγέτης ενός δολοφονικού κοπαδιού που «ξεπαστρεύει, σκοτώνει, σφαγιάζει, εξοντώνει» αδιακρίτως.
Μακριά από το αιματοκυλισμένο Παρίσι, μεταξύ της Καν και του Αρζαντάν της Νορμανδίας, μια 24χρονη «ελευθερόφρων» και δημοκράτισσα, φανατική αναγνώστρια των «Βίων Παράλληλων» του Πλουτάρχου και έργων του Σουητώνιου, του Ρουσό, του Μοντεσκιέ και του Ντιντερό, η Σαρλότ Κορνταί, έχοντας πληροφορηθεί από τις εφημερίδες τις «εκκλήσεις για έγκλημα» του Μαρά, αποφασίζει να ταξιδέψει ώς το Παρίσι, όπου το απόγευμα της 13ης Ιουλίου του 1793 θα δολοφονήσει τον αιμοσταγή επαναστάτη χρησιμοποιώντας ένα «κοινό κουζινομάχαιρο φτιαγμένο για να καθαρίζει πατάτες, μια απλή λάμα για να σφάζει κότες».
Σκοπός της, η αποφυγή άλλων εκτελέσεων και σκοτωμών. Ο Μισέλ Ονφρέ πλέκει το εγκώμιο αυτής της γυναίκας, της οποίας η ύστατη (διπλή) πράξη μπορεί να υπήρξε «πολιτικώς μηδαμινή» (οι δολοφονίες και οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν με φρενήρεις ρυθμούς – υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια της Επανάστασης βρήκαν τον θάνατο 600.000 άνθρωποι) «πλην όμως ηθικώς μεγαλειώδης».
Τυραννοκτόνος και ταυτόχρονα θύτης του ίδιου της του εαυτού, καθώς η πράξη της θα την οδηγήσει αναπόφευκτα στο ικρίωμα, η Σαρλότ Κορνταί υπήρξε, σύμφωνα με τον γάλλο στοχαστή, η εκδήλωση του «ρομαντικού μεγαλείου το οποίο, γνωρίζοντας ως πιθανά τόσο την χαμένη υπόθεση όσο και τον απελπισμένο αγώνα, δρα παρ’ όλα αυτά, διότι έτσι πρέπει».