Πολλές γυναίκες µε πρώιµο καρκίνο του µαστού δεν χρειάζονται τελικά µια επώδυνη επέµβαση, η οποία αποτελεί εδώ και 100 χρόνια ρουτίνα: την αφαίρεση των µασχαλιαίων λεµφαδένων στους οποίους έχει εξαπλωθεί η νόσος.

Αυτό είναι το συµπέρασµα µιας νέας µελέτης που δείχνει πως για ορισµένες ασθενείς – περίπου το 20% του συνόλου – η αφαίρεση των καρκινικών λεµφαδένων δεν προσθέτει κάποιο όφελος: δεν αλλάζει το πλάνο της θεραπείας, δεν βελτιώνει την επιβίωση, δεν καθιστά λιγότερο απίθανη την υποτροπή του καρκίνου. Επιπλέον, µπορεί να προκαλέσει επιπλοκές, όπως οι µολύνσεις και το λεµφικό οίδηµα (το χρόνιο πρήξιµο στο χέρι που µπορεί να φτάσει σχεδόν σε σηµείο αναπηρίας).

Οι ειδικοί λένε πως τα νέα ευρήµατα, σε συνδυασµό µε αντίστοιχα προγενέστερων µελετών, µπορεί να αλλάξουν την ιατρική πρακτική για πολλές ασθενείς. Όπως αναφέρει η εφημερίδα «Νιου Γιορκ Τάιμς», ήδη σε µεγάλα αντικαρκινικά κέντρα των ΗΠΑ, όπως το Memorial Sloan – Kettering στο Μανχάταν, έχει αρχίσει από τον περασµένο Σεπτέµβριο να εφαρµόζεται η νέα πρακτική, διότι οι γιατροί του Κέντρου γνώριζαν τα ευρήµατα της νέας µελέτης πριν αυτή δηµοσιευθεί στην «Επιθεώρηση της Αµερικανικής Ιατρικής Εταιρείας» (JAMA).

Ωστόσο, το να αλλάξει ευρέως η έως τώρα τακτική δεν θα συµβεί από τη µια στιγµή στην άλλη, διότι «είναι βαθιά ριζωµένη η πεποίθηση πως πρέπει να αφαιρούνται οι λεµφαδένες» δήλωσε η ερευνήτρια δρ Μόνικα Μόροου, επικεφαλής του Τµήµατος Μαστού στο Sloan – Kettering. «Γιατροί και ασθενείς είναι πρόθυµοι να δεχτούν ότι χρειάζεται περισσότερη θεραπεία για τον καρκίνο, τροµάζουν όµως όταν µαθαίνουν πως απαιτείται λιγότερη».

Τα νέα ευρήµατα αποτελούν συνέχεια της τάσης να γίνεται λιγότερο επιθετική χειρουργική θεραπεία στον καρκίνο του µαστού, διότι πλέον είναι καλά τεκµηριωµένο πως η τακτική τού «βγάλ’ τα όλα» δεν είναι η πιο αποτελεσµατική, δεδοµένου ότι ο καρκίνος του µαστού τείνει να εξαπλώνεται νωρίς και να αφήνει µικροσκοπικά υπολείµµατα µετά την εγχείρηση.

Ετσι, η νεώτερη προσέγγιση είναι να αφαιρείται ο εµφανής όγκος (ογκεκτοµή) και µετά να γίνεται ακτινοθεραπεία και χηµειοθεραπεία, για να εξουδετερωθούν τυχόν υπολειπόµενες εστίες της νόσου.

Ποιες αφορά

Τα νέα ευρήµατα αφορούν ασθενείς µε συγκεκριµένα κριτήρια. Οι όγκοι των ασθενών της νέας μελέτης ήταν πρώιµοι, κλινικού σταδίου Τ1 ή Τ2 (σηµαίνει ότι είχαν διάµετρο κάτω από 5εκατοστά) ενώ η βιοψία σε έναν ή δύο µασχαλιαίους λεµφαδένες ήταν θετική αλλά οι αδένες δεν ήταν αρκετά διογκωµένοι ώστε να είναι ψηλαφητοί κατά την εξέταση. Επιπλέον, ο καρκίνος δεν είχε εξαπλωθεί αλλού στο σώµα.

Οι ασθενείς – 891 στον αριθµό – υποβλήθηκαν σε ογκεκτοµή και οι περισσότερες έκαναν στη συνέχεια ακτινοθεραπεία σε ολόκληρο τον µαστό και χηµειοθεραπεία ή/και θεραπεία µε αντιορµονικά φάρµακα.

Η διαφορά στις ασθενείς ήταν πως σε άλλες αφαιρέθηκαν οι καρκινικοί λεµφαδένες µαζί µε 10 ή περισσότερους πρόσθετους και σε άλλες όχι. Στο 27% των γυναικών µε την πολλαπλή εκτοµή των λεµφαδένων, εντοπίστηκαν πρόσθετα ίχνη καρκίνου σε αυτούς.

Με το πέρασµα του χρόνου όµως, δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στην επιβίωση: περισσότερο από το 90% των γυναικών και στις δύο οµάδες ήταν ζωντανές και υγιείς πέντε χρόνια αργότερα, ενώ τα ποσοστά υποτροπής στη µασχάλη ήταν παρόµοια (λιγότερο από 1%). Αν είναι να υποτροπιάσει ο καρκίνος του µαστού στη µασχάλη, το κάνει γρήγορα, συνεπώς η περίοδος παρακολούθησης των ασθενών είναι επαρκής για να εξαχθούν συµπεράσµατα, λένε οι ερευνητές.

Πρακτικά, τα νέα ευρήµατα σηµαίνουν πως σε µερικές ασθενείς θα πρέπει να αφαιρείται έναςή δύο λεµφαδένες για να αναζητάται τυχόν υπόλειµµα του καρκίνου και να καθορίζεται το επόµενο βήµα της θεραπείας, αλλά θα γλιτώνουν τη µαζική αφαίρεση που συνοδεύεται από υψηλό κίνδυνο επιπλοκών.