Ο Χρήστος Τερζανίδης ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα στα δεκατρία του χρόνια από τους Φιλίππους Καβάλας, αφού στο χωριό του – το Μελισσοκοµείο Καβάλας – δεν υπήρχε ποδοσφαιρική οµάδα.


Από εκεί πήγε στον Ορφέα Ελευθερούπολης, όπου αγωνίστηκε για δύο χρόνια, πριν τον «κλέψει» ο ΠΑΟΚ µέσα από τα χέρια του Αρη την πρώτη ηµέρα των µεταγραφών του 1968, δίνοντας το έναυσµα για µια λαµπρή επαγγελµατική καριέρα. «Ξεκίνησα να παίζω ποδόσφαιρο στο χωριό µου, όπως όλα τα παιδιά, χρησιµοποιώντας µπάλες από πανιά, τις οποίεςδέναµε σφιχτά µε σχοινιά» θυµάται ο Χρήστος Τερζανίδης και ξετυλίγει το κουβάρι των αναµνήσεων. «Μπάλα παίζαµε ξυπόλητοι τότε. Ηταν πολύ φτωχά χρόνια.Οταν έγιναδεκατριών ετών πήγα στους Φιλίππους Καβάλας. Πήγαινα και γύριζα µε το λεωφορείο. Επειτα από δύο χρόνιασταµάτησα επειδή ήταν µακριά και δεν είχα χρόνο. Επρεπε να πηγαίνω στα χωράφια και να βοηθάω στις δουλειές στο χωριό. Τότε ασχολούµασταν µε τα καπνά. Υστερααπό δύο χρόνια πήγα στον Ορφέα Ελευθερούπολης, οοποίος αγωνιζόταν στο ερασιτεχνικό αλλά διεκδικούσε την άνοδό του. Οι συνθήκες ήταν πρωτόγονες. Ούτε αποδυτήρια, ούτε ντους, ούτε τίποτε. Από την πρώτη χρονιά ήρθε καιµε ζήτησεο Αρης. Ηρθαν στην Ελευθερούπολη, ο Γκράτσιος µε τον Βικελίδη. Η διοίκηση της οµάδας τούς είπε ότι ήθελαννα µε κρατήσουν έναν χρόνο ακόµη επειδή ήθελαν να διεκδικήσουν την άνοδό τους και συµφώνησαννα µε δώσουν τηνεπόµενη χρονιά. Εκείνητη χρονιά µε είχε ζητήσει και η Καβάλα. ΟΟρφέας τούς είπε ότι µε 100.000

δραχµές θα µε παραχωρούσαν και τότε ο Αντώνης Γεωργιάδης είχε πει“δώστε µου εµένα 100.000 και θα σας βγάλω δέκα Τερζανίδηδες”. Την επόµενη χρονιά,την πρώτη ηµέρα των µεταγραφών, βγαίνει η εφηµερίδα του Καµπάνη, του προέδρου του Αρη, τα “Αθλητικά Νέα” καιστην πρώτη σελίδα γράφει: “Ο Τερζανίδης στον Αρηµε 225.000

δραχµές”. Το διάβασαν αυτό οι άνθρωποι του ΠΑΟΚ που µε είχαν στη λίστα τους και τηλεφώνησαν στον πρόεδρο του Ορφέα. Εκείνος τούς είπε ότι δεν µε είχαν πουλήσει ακόµη και ότι µε το ποσό αυτό θα µπορούσαν να µε αγοράσουν εκείνοι. Οι Μυλωνάς και Μαρτινίδης πήραν 225.000 δραχµές σε µια τσάντα, µπήκαν στο αυτοκίνητό τους και ήρθανστο Μελισσοκοµείο Καβάλας.

Με πήραν, πήγαµε στην Ελευθερούπολη και έγινε η µεταγραφή µου. Εγώ δεν είχα πρόβληµα. ∆εν ήµουν ούτε ΠΑΟΚ, ούτε Αρης, ούτε τίποτε. ∆εν υποστήριζακαµία οµάδα. Η οµάδα του ΠΑΟΚ τη δεκαετία του ‘70 είχε κάνει επανάσταση. Μέχριτότε δενµπορούσαµε να κερδίσουµε ούτε τον Λαγκαδά.

Μετά όµως παίζαµε τέτοια µπάλα, που κάναµε φιλάθλους σε όλη την Ελλάδα και σε όλη την Ευρώπη. Ηµασταν όλοι Βορειοελλαδίτες και Πόντιοι. Αγγίξαµε όλο τον κόσµο. Αξίζαµε να πάρουµε και άλλους τίτλους, όλοι όµως γνωρίζουν πώς παίρνονται τα πρωταθλήµατα. Ακόµη και οι αντίπαλοί µας αναγνώριζαν ότιείχαµε την καλύτερη οµάδα».

ΜΑΧΗ

Δεν υποστήριζε ούτε τον ΠΑΟΚ ούτε τον Αρη. Ακουγε όλο το σίριαλ και τα ποσά για τη µεταγραφή του και τελικά ο Δικέφαλος απέσπασε την υπογραφή του από τον Ορφέα Ελευθερούπολης

ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ


«Η ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ελέγχεται από τους παράγοντες και ευνοούνται οι οµάδες που είναι πλάι στην ΕΠΟ. Πάντα έτσι γινότανε, αφού η ΕΠΟ ελέγχει τη διαιτησία. Και εµείς αλλά και η Λάρισα, καταφέραµε να πάρουµε Πρωτάθληµα επειδή οι άλλοι ήταν διαλυµένοι».

ΦΤΩΧΕΙΑ…


«ΤΑ ΤΈΣΣΈΡΑ χρόνια που αγωνίστηκα στον Παναθηναϊκό, ήταν τα πέτρινα χρόνια της οµάδας. Ο Νταϊφάς έπαιρνε όλα τα Πρωταθλήµατα.

Οταν ξεκίνησε ο Παναθηναϊκός να παίρνει τίτλους, εγώ είχα φύγει.

Τότε οι αναπληρωµατικοί έπαιρναν περισσότερα από τους βασικούς τουΠΑΟΚ»

Ο… µηνίσκος µε έστειλε στον Παναθηναϊκό


Από την ΗΜΈΡΑ που πάτησε το πόδι του στην Τούµπα άρχισε µιαλαµπρή καριέρα, µε την κατάκτηση δύο Κυπέλλων Ελλάδος, ενός πρωταθλήµατος, τη συµµετοχή του στην Εθνική Ελλάδος. Ο Χρήστος Τερζανίδης υπήρξε ένας από τους βασικότερους ποδοσφαιριστές της«χρυσής» οµάδας του ΠΑΟΚ που τη δεκαετία του 1970 µεσουρανούσε στο ελληνικό πρωτάθληµα. Οσοπερνούν όµως ταχρόνια, οι µνήµες της δόξας από εκείνες τις ηµέρες ξεθωριάζουν και όσον κι αν φαίνεται παράξενο, µαζί µε τη γλύκακαι τη νοσταλγία αφήνουν και µιαπικρή γεύση στα χείλη. «Η µεταγραφή µου στον ΠΑΟΚ ήτανµεγάλη διάκριση» λέει ο βετεράνος µέσος του ∆ικεφάλουκαι συνεχίζει: «Από εκεί όµως που στον Ορφέα αγωνιζόµουν δίχως προπονήσεις, στον ΠΑΟΚ άρχισα να προπονούµαι κάθε µέρα εντατικά.Τότε αντιλήφθηκα ότι από τον Ορφέα ακόµη είχα κοµµένο µηνίσκο. Πιο πριν δεν γνωρίζαµε τέτοια πράγµατα. ∆εν υπήρχαν γιατροί, φυσικοθεραπευτές και τέτοιες πολυτέλειες. Για θεραπείες, πήγαινα στην Αθήνα.

Οι γιατροί δεν γνώριζαντι είναι ο µηνίσκος. Για οκτώ χρόνια στον ΠΑΟΚ έπαιζα έτσι. Σε τούρκικη τουαλέτα δενµπορούσα να καθήσω. ∆εν λύγιζε το πόδι µου. Το µόνο που έκανα, ήταν να το γυµνάζω µόνος µου µε ένα πέδιλο. Μετά ήρθε ο Γιγής και µεπήρε στο Εδιµβούργο, όπουείχε ειδικευτεί πάνω σταγόνατα και έκανα την εγχείρηση. Ο γιατρός που µε εγχείρησε, είπε ότι το πόδι µου θα άντεχε για ακόµη δύο χρόνια το πολύ και µόνον σε γήπεδα µε χορτάρι.

Εγώ αγωνίστηκα στον Παναθηναϊκό, την εθνική οµάδα και τον Μακεδονικό καιτο πόδι µου αυτό, µε τηγυµναστική που του έκανα µόνοςµου, είναι καλύτερο από το άλλο.Ο ΠΑΟΚ όµως βλέποντας ότι έχω πρόβληµα, όταν έκλεισε οκταετία, µου είπε: “Σου δίνωµόνον 300 χιλιάδες για να παραµείνεις. Αν δενθέλεις φύγε”. Στον Κούδακαι τον Σαράφη έδιναν ένα εκατοµµύριο, ενώ σε µένα µόνον 300 χιλιάδες. Ετσι πήγα στον Παναθηναϊκό».

Βλέπαµε τα χρήµατα που έδιναν στην Αθήνα και µαραζώναµε


«ΜΑΣ ΚΛΈΒΑΝΈ τα ένσηµα» λέει ο Τερζανίδης µε πίκρα και συνεχίζει: «Εγώ έχω µόνον δύο χρόνια σωστά ένσηµα.

Τα υπόλοιπα έξι, µας κολλούσαν τα µισά.

Κάναµε δικαστήρια και τα εξαγοράσαµε. ∆εν θα µπορούσα να πάρω ούτε σύνταξη. Βλέπαµε τα χρήµατα που παίρνανε στην Αθήνα και µαραζώναµε. Στον ΠΑΟΚ, τους έλεγες ότι θέλεις πριµ και σου έλεγαν: “Αν θέλεις. Αν δεν θέλεις, πήγαινε σπίτι σου”.

Και η οµάδα εκείνη ήταν τροµερή και φοβερή. Ολοι οι παράγοντες φτιάχτηκαν από τον ΠΑΟΚ και τώρα, αν τους ακούσεις, λένε: “Εµείς βοηθούσαµε αφιλοκερδώς” ενώ έγιναν γνωστοί και έκαναν δουλειές µέσα από τον ΠΑΟΚ. Ο ΠΑΟΚ όµως δεν ήταν αυτοί. Ηµασταν εµείς, οι ποδοσφαιριστές, που είχαµε αγάπη µεταξύ µας και οµόνοια.

Εµένα δεν µε ένοιαζε να τρέξω περισσότερο και να καλύψω τρεις παίκτες,αρκεί να κέρδιζε η οµάδα και οι παράγοντες έπαιζαν στις πλάτες µας. Εγιναν µάγκες στις πλάτες µας και δεν µας βοήθησαν ποτέ. Μας άφησαν να κάνουµε δουλειές και βιοτεχνίες και µπήκαµε µέσα.

Εγώ είχα βιοτεχνία.

Σηκωνόµουν και πήγαινα από το πρωί.

Με µια τυρόπιτα που είχα φάει, πήγαινα το µεσηµέρι στην προπόνηση και το απόγευµα µε το πόδι πρησµένο και πάλι στη βιοτεχνία. Και δεν ήρθε ένας να µου πει: “Τι κάνεις ρε παιδί µου. Κράτα τα λεφτά σου και µπες σε µια υπηρεσία”».