Ξεχωριστό κεφάλαιο στις αναμνήσεις του Λευτέρη Παπαδόπουλου- κυριολεκτικά και μεταφορικά- είναι ο Γιώργος Ζαμπέτας, ένας ευφυής άνθρωπος, με μεγάλη ευχέρεια σε έναν προκλητικό, χιουμοριστικό λόγο που εντυπωσίαζε: «Παντρευόταν ο Ξαρχάκος στον ναό των Ταξιαρχών, στο Πεδίον του Αρεως. Κουμπάρος ο Λαμπρόπουλος (σ.σ. διευθυντής της Columbia). Είχαμε στηθεί όλοι έξω από την εκκλησία περιμένοντας τη νύφη, τη ζωγράφο Μαργαρίτα Μπακοπούλου. Η νύφη όμως, όπως το θέλει η παράδοση, αργούσε να φανεί. Ο γαμπρός αδημονούσε. Επικρατούσε ένας γενικός εκνευρισμός. Κάποια στιγμή πετάγεται ο Ζαμπέτας και λέει: “Προτείνω ο γάμος να γίνει πλέι μπακ. Να παντρέψουμε μόνο του τον Ξαρχάκο και μετά, όταν έλθει η νύφη, να παντρέψουμε μόνη της κι εκείνη και ύστερα να ενώσουμε τους δύο γάμους και να φτιάξουμε έναν, ακριβώς όπως γίνεται με τα τραγούδια…». Κάποτε τα σκάγια απ΄ το sui generis χιούμορ του Ζαμπέτα πήραν και τον ίδιο τον Παπαδόπουλο. Καιρός για λίγο αυτοσαρκασμό: «Το 1968 όλη η Ελλάδα τραγουδούσε το “Δελφίνιδελφινάκι”, που είχαμε γράψει με τον Λοΐζο. Οποτε πήγαινα, λοιπόν, σε μαγαζί όπου εμφανιζόταν ο Ζαμπέτας, με το που με έβλεπε τραγουδούσε: “Καβάλα στο λιθρίνι τον κόσμο γύρισα…”. Και οι θαμώνες ξεσπούσαν σε γέλια φυσικά».
Οπως αναφέρει ο συγγραφέας, «αν ο Ζαμπέτας ζούσε στην Αμερική ή στη Γαλλία, θα μπορούσε να γίνει ένας σταρ παγκόσμιας ακτινοβολίας. Αυτά που έλεγε αυθόρμητα, χωρίς καμιά προηγούμενη προετοιμασία, έκαναν την αίθουσα να σείεται από τα γέλια και τα χειροκροτήματα. Ιδίως όταν ο Γιώργος σατίριζε ένα ρομαντικό μυθιστόρημα δικής του έμπνευσης, χιλιάδων σελίδων, με τον εντυπωσιακό τίτλο “Η βρόχα έπιπτε”».