Στα τέλη του ΄70, ο Δήμος Μούτσης επισκέπτεται τον Γκάτσο στη μονοκατοικία του της Σπετσών για ένα ρεφρέν. Η Δημητρούκα θυμάται τη μεταξύ τους στιχομυθία και πώς ο Γκάτσος, με την αθυροστομία του, δούλεψε ψιλό γαζί τον στενό του συνεργάτη που έζησε ένα μαρτύριο.
Γκάτσος: «Για παίξε μου τη μελωδία να δω πώς πάει… Κατάλαβα! Για δοκίμασε τον στίχο: “Κράτα ανοιχτή την πόρτα σου”…».
Μούτσης: «Κράτα ανοιχτή την πόρτα σου»… Ωραία!
Γκάτσος: «Κράτα ανοιχτή την πόρτα σου… σε λίγο θα νυχτώσει…».
Μούτσης: «Μπράβο κύριε Γκάτσο! Παρακάτω;».
Γκάτσος: «Παρακάτω… “και θα ΄ρθω τα μεσάνυχτα…” ».
Μούτσης: «Μπράβο, αυτό είναι! Αλλον έναν στίχο ακόμα…».
Γκάτσος: «Αλλον έναν στίχο… Το θέλεις ατμοσφαιρικό, αισθηματικό, ερωτικό, έτσι δεν είναι;».
Μούτσης: «Ναι, κύριε Γκάτσο!».
Γκάτσος (Σαν να σκέφτεται): «Λοιπόν, “Κράτα ανοιχτή την πόρτα σου… σε λίγο θα νυχτώσει… και θα ΄ρθω τα μεσάνυχτα… (αποφασιστικά) με μια ψωλάρα τόση! ».
Μούτσης (αφήνοντας την κιθάρα, σοκαρισμένος): «Κύριε Γκάτσο, δεν είστε σοβαρός!».
Γκάτσος (αγέλαστος, επίμονος και σοβαροφανής): «Γιατί, παιδί μου; Ατμοσφαιρικό δεν το ΄θελες; Τι πιο ατμοσφαιρικό; “Κράτα ανοιχτή την πόρτα σου, σε λίγο θα νυχτώσει…” Κι αισθηματικό δεν το ζήτησες; Κι ερωτικό; Τι πιο αισθηματικό κι ερωτικό από αυτό: “και θα ΄ρθω τα μεσάνυχτα με μια ψωλάρα τόση”; Γιατί διαμαρτύρεσαι;».