Από τους τριάντα πέντε πίνακες που μας κληροδότησε ο μεγάλος ζωγράφος, οι τριάντα δύο απεικονίζουν νεαρές κοπέλες, υπηρέτριες, νοικοκυρές… Ποιες είναι;
«Οταν μου γεννήθηκε η επιθυμία να γράψω “Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι”, θέλησα να μάθω ποιο ήταν αυτό το κορίτσι», αφηγείται η Τρέισι Σεβαλιέ, συγγραφέας του μπεστ σέλερ, το οποίο προσάρμοσε για τον κινηματογράφο ο Πίτερ Ουέμπερ με πρωταγωνίστρια τη Σκάρλετ Γιόχανσον. «Διάβασα τα πάντα και διαπίστωσα ότι δεν ξέραμε τίποτα. Αυτό με ανακούφισε: το στοιχείο που με έκανε να θέλω να τη φανταστώ ήταν το βλέμμα της. Εβρισκα ότι υποδήλωνε μια οικειότητα που δεν δείχνει ένα κορίτσι στον πατέρα του. Επιπλέον, το μισάνοιχτο στόμα της προφανώς εξέφραζε τον ερωτισμό και τη σεξουαλικότητα εκείνης της εποχής». Κοιτάζουμε, αφηνόμαστε να γοητευτούμε, αναρωτιόμαστε, εικάζουμε. Από το 1866, οπότε ο Τεοφίλ Τορέ- Μπιργκέρ ανακάλυψε ξανά τον Βερμέερ, και το 1909, όταν ο Προυστ περιέγραφε τον θάνατο του ήρωα του «Χαμένου χρόνου» Μπεργκότ μπροστά στο «μικρό κομμάτι κίτρινου τοίχου» (λεπτομέρεια του πίνακα του Βερμέερ «Αποψη του Ντελφτ»), έρευσε περισσότερο μελάνι από το λάδι που χρειάστηκε ο ζωγράφος για τους δύο πίνακες τον χρόνο που ζωγράφιζε στην εικοσαετή σταδιοδρομία του. Η ελάχιστη συνεισφορά των πηγών σε πραγματικά γεγονότα εξανεμίζεται αμέσως μέσα στην αλχημεία της ζωγραφικής δεινότητας του καλλιτέχνη.

Ο Βερμέερ είχε έντεκα παιδιά, το μεγαλύτερο από τα οποία ήταν 21 ετών όταν εκείνος πέθανε στα 43 του. Τίποτα όμως στους πίνακές του δεν μαρτυρά τη φασαρία της πολύβουης και πολυμελούς οικογένειας. Ποτέ το πινέλο του δεν καταπιάστηκε με παιδιά, παρά μόνο για να ζωγραφίσει Φτερωτούς Ερωτες, πίνακες μέσα στον πίνακα ορισμένων εσωτερικών σπιτιών. Αυτό αποτελεί μεν δείγμα αστικής άνεσης, αλλά ο Βερμέερ, στον οποίο παρείχε στέγη η πεθερά του, πέθανε από αποπληξία σε τραγική ένδεια. Το μοναδικό σημαντικό στοιχείο για τη λύση του αινίγματος των γυναικών του Βερμέερ βρίσκεται στον περίγυρο του καλλιτέχνη: λίγοι άνδρες στάθηκαν πλάι του, τον συντρόφευαν όμως πολλές γυναίκες.

Πρώτα η σύζυγός του Καταρίνα Μπόλνες, κατά ενάμιση χρόνο μεγαλύτερή του, την οποία παντρεύτηκε σε ηλικία είκοσι ενός ετών. Εκείνη είναι απόγονος αστικής καθολικής οικογένειας, ενώ εκείνος είναι γιος προτεστάντη υφαντή και πανδοχέα. Η πεθερά του Μαρία Θινς, διαζευγμένη από έναν άνδρα που τη χτυπούσε, διαφώνησε στην αρχή με αυτό τον γάμο για να τον αποδεχτεί τελικά. Οσον αφορά τη θρησκευτική διαφορά, ο Βερμέερ αλλάζει δόγμα. Η Καταρίνα, στη διάρκεια 22 ετών έγγαμου βίου, γέννησε δεκαπέντε παιδιά και από τα έντεκα που επέζησαν τα περισσότερα είναι κορίτσια: η Μαρία, η Ελίζαμπεθ, η Κορνέλια, η Αλέιντις, η Μπέατριξ, η Γερτρούδη, η Καταρίνα. Μια υπηρέτρια αναλαμβάνει το νοικοκυριό για να φροντίζει όλους αυτούς τους ανθρώπους. Επειδή επεμβαίνει ως μάρτυρας σε έναν καβγά ανάμεσα στη Μαρία Θινς και τον βίαιο, σαν τον πατέρα του, γιο της, μαθαίνουμε το όνομά της: Τάνεκε Εβερποελ. Ενδέχεται να ήταν το μοντέλο του πίνακα «Η Γαλατού». Ο Βερμέερ που ζωγράφιζε ελάχιστα δεν διέθετε τους απαραίτητους πόρους για να εξασφαλίσει επαγγελματίες για μοντέλα. Ισως ζωγράφιζε τις γυναίκες που ζούσαν γύρω του, συγγενείς, γειτόνισσες, φίλες. Ωστόσο, τίποτα δεν αποδεικνύει ότι η Τάνεκε είναι όντως «Η Γαλατού».

Παρόμοια ερωτήματα πλανώνται σχετικά με τη γυναίκα του, Καταρίνα Μπόλνες. Μελετώντας τα πρόσωπα στους πίνακες, οι κριτικοί επισημαίνουν τη φυσιογνωμική ομοιότητα μεταξύ της «Αναγνώστριας», της «Γυναίκας στα γαλάζια», της «Γυναίκας με τη ζυγαριά», ίσως ακόμα και της «Νεαρής γυναίκας που γράφει γράμμα». Ιδια τοξωτά φρύδια, ίδια ίσια μύτη, ίδια μάτια σε απόσταση μεταξύ τους. Η ζακέτα από κίτρινο σατέν, με μπορντούρα από ερμίνα, η οποία βρέθηκε στον κατάλογο με τα οικιακά αντικείμενα που καταρτίστηκε μετά τον θάνατο του Βερμέερ προκειμένου να αποπληρωθούν οι πιστωτές, ανήκει στην Καταρίνα. Τη φορούν η «Κυρία και η υπηρέτριά της», η «Κυρία της ερωτικής επιστολής», η «Κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι», η «Κιθαρίστα», η «Νεαρή γυναίκα που γράφει γράμμα». Ωστόσο, μπορεί η Καταρίνα να τη δάνεισε σε κάποιο μοντέλο. Η σιλουέτα όμως; Η «Νεαρή γυναίκα στα γαλάζια» και η «Γυναίκα με τη ζυγαριά» μοιάζουν σαν να είναι έγκυοι, όπως επίσης η όρθια γυναίκα στο «Κονσέρτο» και η πρωταγωνίστρια του «Μαργαριταρένιου σκουλαρικιού». Είναι όμως πράγματι έγκυοι; Η Μαρίκε ντε Βίνκελ, ειδικός στις ολλανδικές ενδυμασίες, παρατηρεί ότι «η εγκυμοσύνη δεν αποτελούσε δημοφιλές θέμα στα έργα τέχνης του 17ου αιώνα. Ακόμα και στον “Ευαγγελισμό”, όπου η Παναγία και η Αγία Ελισάβετ έπρεπε να απεικονίζονται έγκυοι, οι ζωγράφοι περιορίζονται στα πτυχωτά υφάσματα». Πρέπει λοιπόν να αποφανθούμε: αν ο Βερμέερ πράγματι απεικόνισε τη γυναίκα του, τίποτα δεν την καθιστά αναγνωρίσιμη και κανένα έγγραφο δεν την αναφέρει ονομαστικά, σε αντίθεση με τη Σάσκια του Ρέμπραντ ή την Ελέν Φουρμάν του Ρούμπενς.

Τελευταία σημαντική γυναίκα, η Μαρία ντε Κνόιχτ που χρηματοδότησε τις αγορές των πινάκων του μέσω του συζύγου της Πιέτερ Κλάιστς Βαν Ρόιχβεν. Μπορεί να μην την αναπαριστά, εκμεταλλεύεται ωστόσο τις προτιμήσεις της. «Συλλαμβάνοντας γυναικείες μορφές, προφανώς ο Βερμέερ λάμβανε υπόψη, μεταξύ των άλλων, τον τρόπο που οι γυναίκες προσέχουν άλλες γυναίκες», γράφει η Λίζα Βεργκάρα στη μελέτη της σχετικά με τις γυναίκες του Βερμέερ. «Στυλοβάτης της Εκκλησίας των Προτεσταντών, η ντε Κνόιχτ πρέπει να ενθουσιαζόταν με την αγνή αξιοπρέπεια που προσδίδει ο Βερμέερ στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει τη θηλυκότητα».

Στα τέλη του 19ου αιώνα, τη στιγμή της εκ νέου ανακάλυψης του Βερμέερ, εκτιμάται ότι οι Ολλανδοί καλλιτέχνες που απεικονίζουν ζωντανές σκηνές της εποχής ζωγραφίζουν απλά αυτό που βλέπουν. «Σήμερα έχουμε αποδεσμευτεί από αυτήν την ιδέα: κάλλιστα μπορεί οι γυναίκες του Βερμέερ να μην έχουν υπάρξει ποτέ», λέει ο Κάρελ Βαν Θυλ, Ολλανδός συντηρητής, υπεύθυνος για τα σχέδια στο Λούβρο. «Ο Βερμέερ ζωγραφίζει σκηνές με γυναίκες γιατί υπάρχει ζήτηση

Οι γυναίκες του Βερμέερ είναι τόσο απορροφημένες στα καθήκοντά τους που μοιάζουν άπιαστες

στην αγορά για κάτι τέτοιο. Η αστική τάξη των ολλανδικών πόλεων αρέσκεται να προσθέτει στον αντικατοπτρισμό της ίδιας της ζωής της κάποιο μισοκρυμμένο ηθικοπλαστικό μήνυμα. Ετσι, ίσως η “Γαλατού” να συμβολίζει τη σύνεση, αλλά δεν είμαστε βέβαιοι γι΄ αυτό. Οι περισσότερες από αυτές τις γυναίκες δεν είναι πορτρέτα. Ισως αποτελούν αλληγορίες, όπως συμβαίνει με την “Τέχνη της ζωγραφικής” και τη “Γυναίκα με τη ζυγαριά”, πίσω από την οποία διακρίνουμε έναν πίνακα για την Ημέρα της Κρίσεως. Ή, απλώς, θέματα που μοιάζουν με το εσωτερικό των σπιτιών τους και ταιριάζουν σε αυτά».

Ο έξω κόσμος σε απόσταση

Ακόμα και χωρίς πραγματική υπόσταση και συμβολική φόρτιση, οι γυναίκες του Βερμέερ δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία. Τα πρόσωπά τους, ζωγραφισμένα με σφουμάτο όπως εκείνα του Ντα Βίντσι, δεν έχουν περίγραμμα. Το φόντο μπερδεύεται με τις μορφές και συνθέτει σκηνές από την καθημερινότητά τους, την οποία προστατεύουν παντόφλες, καρέκλες, κουρτίνες, διάσπαρτες στο δάπεδο σε πρώτο πλάνο, σαν οχυρό απέναντι στο βλέμμα του θεατή. Ηταν άραγε απαραίτητο; Οι γυναίκες είναι τόσο απορροφημένες από τα καθήκοντά τους που μοιάζουν άπιαστες: παίζουν μουσική, κρατούν μια κανάτα, διαβάζουν ένα γράμμα, τραβούν μια κλωστή από μια δαντέλα της οποίας το σχέδιο παραμένει άγνωστο… Κάθε σκηνή είναι μια φυσαλίδα κλεισμένη στο μικρό μυστήριό της: τα παράθυρα δεν έχουν καμία θέα, οι καθρέφτες είναι βουβοί, ο έξω κόσμος παραμένει σε απόσταση. Εμφανίζεται μόνο μέσα από λεπτομέρειες, ένα γράμμα ή από χάρτες κρεμασμένους στον τοίχο. Ο Βερμέερ δεν δίνει εξηγήσεις, αποτυπώνει αυτά τα ανεπαίσθητα ίχνη αστικής καθημερινότητας μέσα στην αιωνιότητα ενός ασάλευτου, εκπληκτικού φωτός σε σκοτεινό δωμάτιο. Οι γυναίκες του αποτελούν αντικείμενα στοχασμού. Απλώς καθρεφτίζουν την ιδιαίτερη κατάσταση εκείνου που κοιτάζεται σε αυτές. «Ο λόγος ύπαρξης της ζωγραφικής του δεν είναι να κάνει γνωστό το αντικείμενό του, αλλά να καταστήσει τον παρατηρητή μάρτυρα μιας παρουσίας», γράφει ο τεχνοκριτικός Ντανιέλ Αράς.

Η συγγραφέας Τρέισι Σεβαλιέ εξομολογείται: «Εντεκα χρόνια αφότου έγραψα “Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι” η ζωή μου έχει αλλάξει. Το παιδί που κυοφορούσα όσο έγραφα, γεννήθηκε. Με βάση τη δική μου σχέση μαζί μου, σήμερα θα έδινα στο “Κορίτσι” του Βερμέερ έναν διαφορετικό ρόλο, ίσως της κόρης του καλλιτέχνη». Ο Λουίτζι Γκουαρνιέρι στη «Διπλή ζωή του Βερμέερ», αποκαλύπτει ότι για τον Προυστ, οι γυναίκες του Βερμέερ είναι ένας έμμεσος τρόπος «να μιλήσει για τον εαυτό του».

Παρατηρώντας τις ο ίδιος βλέπει «εικόνες όσων συγκεχυμένα και ασυνείδητα αναζητούν οι πάντες, αλλά ποτέ δεν αποκτούν».

Για εσάς, ποιες ακριβώς είναι οι γυναίκες του Βερμέερ;