Αριστοφανικός, μαχητικός και ανθρώπινος ο ζωγράφος Γιάννης Γαΐτης αποκαλύπτεται σε μια μονογραφία του από «ΤΑ ΝΕΑ»
Αυτοδίδακτος, αντιρρησίας, καυστικός και κυρίως με άξονα τον άνθρωπο, ο ζωγράφος Γιάννης Γαΐτης προβάλλει επίκαιρος όσο ποτέ άλλοτε, μέσα από τον τόμο της σειράς «Σύγχρονοι Έλληνες δημιουργοί» της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ».

Ο Γιάννης Γαΐτης ήταν πρωτοπόρος καλλιτέχνης διεθνούς αναστήματος. Ο πρώτος που ήλθε προφητικά αντιμέτωπος με τη μετατροπή του ανθρώπου σε τυποποιημένο ανώνυμο πλακέ ανθρωπάκι, στόχο, νούμερο. Στόχος του Γαΐτη ήταν να αφυπνίσει την ανάγκη να διαφυλαχθεί η ανθρώπινη οντότητα, δείχνοντας και διακωμωδώντας την κατάντια.

«Σήμερα κάνω το ανθρωπάκι. Δεν έχω τη δύναμη να το αλλάξω, γιατί το ανθρωπάκι με αντιπροσωπεύει απόλυτα…

Τώρα, αν αυτά τα έργα μου αρέσουν ή δεν αρέσουν, αυτό είναι άλλη παράγραφος.

Γιατί ο κόσμος δεν θέλει να βλέπει τον εαυτό του ανθρωπάκι. Γιατί σου λέει: Εγώ δεν είμαι αυτός. Και όμως είναι». Λόγια του Γιάννη Γαΐτη, σταχυολογημένα από την εκπομπή «Μονόγραμμα», που μας φέρνουν πιο κοντά στη συναρπαστική περίπτωση του πρόωρα χαμένου καλλιτέχνη, τον οποίο «ζωντανεύει» στη μονογραφία των «ΝΕΩΝ» ο ιστορικός της τέχνης Νίκος Ζαχαρόπουλος, ο οποίος τον γνώριζε καλά όπως γνωρίζει καλά τι τράβηξαν οι Έλληνες καλλιτέχνες που δεν θέλησαν να μπουν στο παιχνίδι του συγκερασμού της μοντέρνας τέχνης με την ελληνική παράδοση. Στην Ελλάδα τον θεωρούσαν τρελό. Και ένας πολύ γνωστός άνθρωπος της τέχνης έγραψε ότι η «σπληναντερογραφία του κ. Γαΐτη είναι για μένα κινέζικα».

Στη Γαλλία όπου ο Γαΐτης έζησε επί είκοσι και πλέον χρόνια ο Γάλλος κριτικός Ζακ Υστ, έγραφε: «Με τον Γαΐτη, όπως στον Βαν Γκογκ τα πράγματα έχουν ένα νόημα βασανιστικό και όπως στον Πικάσο και τους σουρεαλιστές παραμορφώνονται έτσι που με το να γίνονται παράξενα μας αγγίζουν περισσότερο», αναφερόμενος στα πρώτα επαναστατικά έργα ζωγραφικής του Γιάννη Γαΐτη, όταν ακολουθούσε αψήφιστα και ελεύθερα το τρελό παιχνίδι των γραμμών και των χρωμάτων που προκαλούσαν τη γνωστή εικόνα του κόσμου.

Σταδιακά οι άμορφες φιγούρες μεταμορφώθηκαν σε καφκικά έντομα, τα μυρμηγκάκια- το πλήθος- και ο νέος άνθρωπος που ξαναγεννήθηκε μέσα στο έργο του ήταν ένα μονοδιάστατο κονσερβαρισμένο ον, προορισμένο για κατανάλωση σε όλα τα επίπεδα.

Ο Γαΐτης δεν παρέλειπε να διακωμωδεί από τον απλό λαϊκό άνθρωπο μέχρι τους πολιτικούς και τους θεσμούς σε πίνακες, γλυπτά, εγκαταστάσεις, χάπενινγκ, προσπαθώντας να ταράξει τα νερά και να τραβήξει την προσοχή στο τι σήμαινε ο θάνατος του Τσε, η Χιλή του Αλιέντε, η δολοφονία του Κέννεντυ, ο πόλεμος στο Βιετνάμ, η «Κηδεία της ζωγραφικής», η χούντα της Ελλάδας. Με πίνακες στους οποίους συμμετέχουν απαθείς συνοδοιπόροι, οι άνδρες-ανδρείκελα με το μαύρο καπέλο και το ριγέ κοστούμι που θυμίζει τη στολή των φυλακισμένων.

Ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο. Έκανε περισσότερες από ογδόντα ατομικές εκθέσεις, πολλές σε μεγάλα μουσεία. Γέμισε τον κόσμο με ανθρωπάκια ακόμα και σε υφάσματα του Τσεκλένη, μετέχοντας ολόψυχα στον νέο πόλεμο της εικόνας με τα λιτά σιωπηλά, αποστασιοποιημένα όντα του, που μας καλούν στην υπέρβαση.

ΙΝFΟ

Ο τόμος «Γιάννης Γαΐτης», από τη σειρά «Σύγχρονοι Έλληνες δημιουργοί», θα διατίθεται από το Σάββατο στα περίπτερα προς 7,90 ευρώ

10+1 σταθμοί


1923: Γεννιέται στην Αθήνα.

1944: Συμμετέχει στην Αντίσταση και οργανώνει στο σπίτι του την πρώτη ατομική έκθεση.

1942-48: Σπουδάζει στη Σχολή Καλών Τεχνών. 1947: Έκθεσή του στον «Παρνασσό» προκαλεί σκάνδαλο. Δηλώνει τρελός για να απαλλαγεί από τον στρατό και εγκλείεται στο στρατιωτικό ψυχιατρείο.

1953: Συμμετέχει στην Μπιενάλε του Σάο Πάουλο.

1954: Παντρεύεται τη Γαβριέλα Σίμωσι και εγκαθίστανται στο Παρίσι. 1957: Πρώτη ατομική έκθεση στο Παρίσι- η καθιέρωση.

1968: Καθιερώνει το ανθρωπάκι του και επιστρέφει στην Ελλάδα. 1972: Χτίζει ένα σπίτιγλυπτό στην Ίο.

1973: «Η κηδεία της ζωγραφικής», έργο που παραπέμπει στα γεγονότα του Πολυτεχνείου.

1984: Πεθαίνει, έξι ημέρες μετά τα εγκαίνια αναδρομικής έκθεσής του στην Εθνική Πινακοθήκη.