Μέσα στις υπόγειες βιοτεχνίες ζουν δουλεύοντας από το πρωί μέχρι το βράδυ σκυμμένοι πάνω στις ραπτομηχανές για ένα μεροκάματο. Πιάνουν δουλειά τα χαράματα και σχεδόν όλοι τους έχουν μετατρέψει τις μικρές βιοτεχνικές επιχειρήσεις και τις οικοτεχνίες σε σπίτια. Εκεί συναντιούνται με συγγενείς και φίλους, μαγειρεύουν και κάποιοι μεγαλώνουν παιδιά και εγγόνια μέσα στις στοίβες των πανιών και τον θόρυβο των μηχανών.
Είναι οι τελευταίοι ιδιοκτήτες οικογενειακών βιοτεχνικών μονάδων, το πολύ οκτακόσια άτομα, που απέμειναν στη Θεσσαλονίκη και απασχολούνται στον τομέα του φασόν, την κλωστοϋφαντουργία. Σύμφωνα με στοιχεία του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, το πρώτο εξάμηνο του 2008 διαγράφηκαν από τα μητρώα και έβαλαν λουκέτο 512 βιοτεχνίες, από τις οποίες οι 108 παρήγαν είδη ένδυσης και οι 22 κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα.
Οι τελευταίοι εναπομείναντες μικροβιοτέχνες, στην προσπάθειά τους να ανταγωνιστούν τις μαζικές εισαγωγές προϊόντων από την Κίνα και τις άλλες ασιατικές χώρες, είναι αναγκασμένοι να μετατρέψουν τις επιχειρήσεις τους σε οικοτεχνίες όπου απασχολείται ολόκληρη η οικογένεια, χωρίς ωράρια, αργίες και καλοκαιρινές άδειες.
Συνήθως στεγάζονται σε υπόγεια πολυκατοικιών για να μην πληρώνουν ακριβά ενοίκια, δουλεύουν 12 – 14 ώρες καθημερινά, ορισμένοι και τις Κυριακές, ενώ στην προσπάθειά τους να μειώσουν το κόστος παραγωγής δεν απασχολούν ούτε έναν υπάλληλο και γίνονται οι ίδιοι μεταφορείς, ράφτες, ακόμα και πλασιέ των προϊόντων που παράγουν. Ταυτόχρονα, ψάχνουν και βρίσκουν φθηνά φερμουάρ στη Γαλλία, κλωστές από το Πακιστάν στη μισή τιμή απ΄ ό,τι πωλούνται στην Ελλάδα. Οι αδελφοί Γρηγόρης και Κώστας Μισιρλόγλου από μικρά παιδιά δουλεύουν στη βιοτεχνία γυναικείων ρούχων και πιτζαμών του πατέρα τους, η οποία μετατράπηκε σε οικοτεχνία καθετοποιημένης παραγωγής. Γνώρισαν τις «χρυσές» εποχές της δεκαετίας του ΄80, όταν η βιοτεχνία και το φασόν αποτελούσαν για την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης πηγές πλούτου και ευημερίας. Τώρα όμως, στα δύσκολα χρόνια που ήρθαν, είναι αναγκασμένοι οι ίδιοι αλλά και οι οικογένειές τους να δουλεύουν ώρες ατελείωτες στην υπόγεια βιοτεχνία στην οδό Κορυτσάς, για να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν.
«Ο Κινέζος πουλάει ένα ζευγάρι πιτζάμες έξι ευρώ. Τόσο πρέπει να πουλήσουμε και εμείς. Αν δουλεύαμε οκτάωρο και πενθήμερο και αν απασχολούσαμε και προσωπικό, τότε θα βάζαμε λουκέτο μέσα σε έναν μήνα. Είμαστε εδώ από το πρωί μέχρι το βράδυ όλοι μαζί για ένα μεροκάματο. Άλλωστε, όταν γίνεσαι 40 ετών δεν μπορείς να αλλάξεις επάγγελμα», λέει στα «ΝΕΑ» ο Γρηγόρης Μισιρλόγλου.
Ο μικρότερος αδελφός του Κώστας αναλαμβάνει τις μεταφορές και τις φορτοεκφορτώσεις των εμπορευμάτων και στην οικογενειακή βιοτεχνία απασχολούνται περιστασιακά οι σύζυγοί τους και οι γονείς τους. Μόνο τα Σάββατα σχολάνε νωρίτερα για να κάνουν τα απαραίτητα ψώνια της εβδομάδας στο σούπερ μάρκετ, ενώ συναντιούνται με τα τρία ανήλικα παιδιά τους μόνο τις Κυριακές.
«Δουλεύουμε μέρα- νύχτα»
Όπως λέει ο Κώστας, σε λίγα χρόνια θα κλείσουν και οι υπόλοιπες μικρές οικοτεχνίες και δεν θα παράγονται ρούχα, κλωστοϋφαντουργικά είδη, παπούτσια και άλλα βιοτεχνικά προϊόντα στην Ελλάδα. «Παλιότερα απασχολούσαμε 3 υπαλλήλους. Έφυγαν, δεν μπορούσαμε να τους πληρώσουμε. Δουλεύουμε μέρα- νύχτα, πολλές φορές μαγειρεύουμε και τρώμε εδώ μέσα. Αλλά δεν γίνεται διαφορετικά», τονίζει.
Όπως εξηγούν τα δύο αδέρφια, από τη στιγμή που το ρούχο έρχεται έτοιμο στην Ελλάδα και άλλοι εργαζόμενοι που εξαρτώνται άμεσα από την παραγωγή θα μείνουν άνεργοι.
Μειώνεται η παραγωγή βαμβακιού, κλείνουν τα εκκοκκιστήρια και τα βαφεία, βάζουν λουκέτο και τα καταστήματα ρουχισμού. Για παράδειγμα τα περισσότερα βαφεία στη Θεσσαλονίκη υπολειτουργούν γιατί μειώθηκε η παραγωγή.
Μπλόκο από τα ΜΑΤ
ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ανάμεσα σε αστυνομικούς και περίπου τριακόσιους εργαζομένους στα κλωστοϋφαντουργεία του ομίλου Λαναρά, αλλά και απολυμένους από τις βιομηχανίες Βιαμύλ και Siemens, σημειώθηκαν στη Θεσσαλονίκη κοντά στο σημείο που εξελισσόταν η στρατιωτική παρέλαση. Οι διαδηλωτές κρατώντας μαύρες σημαίες επιχείρησαν να παρελάσουν μπροστά από την εξέδρα των επισήμων και τότε δύο διμοιρίες των ΜΑΤ τους έκλεισαν τον δρόμο, ενώ οι αστυνομικοί στάθμευσαν τρία λεωφορεία κάθετα στη λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ψήφισμα
Μετά την ολοκλήρωση της παρέλασης, οι διαδηλωτές κατευθύνθηκαν προς το κεντρικό ξενοδοχείο όπου είχε καταλύσει ο κ. Παπούλιας. Εκεί επέδωσαν σε εκπρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας ψήφισμα με τα αιτήματά τους και στη συνέχεια αποχώρησαν.
Απέραντη ερημιά
Η «ΚΑΡΔΙΑ» της βιοτεχνικής παραγωγής τις δεκαετίες ΄70 και ΄80 στη Θεσσαλονίκη «χτυπούσε» στο οικοδομικό τετράγωνο που περικλείεται από τις οδούς Εγνατία, Δωδεκανήσου, Ίωνος Δραγούμη και Τσιμισκή.
Στους ορόφους πολυκατοικιών λειτουργούσαν εκατοντάδες μικρές βιοτεχνίες που απασχολούσαν από 5 έως 20 υπαλλήλους, κυρίως γυναίκες.
Σήμερα, μόνο οι άδειοι- αχανείς χώροι και οι σκουριασμένες πινακίδες μαρτυρούν το ένδοξο παρελθόν. Η κατάρρευση της βιοτεχνικής παραγωγής και των μικρών μονάδων φασόν στη Βόρεια Ελλάδα άρχισε στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 και σήμερα στην περιοχή αυτή απέμειναν λιγότερες από 50 μικρές βιοτεχνίες.
Όλη μέρα σε ένα υπόγειο
Ο 55ΧΡΟΝΟΣ Πασχάλης Μαλιάγκας και η σύζυγός του Ελένη Μπαγιώκη δουλεύουν από τα χαράματα μέχρι το βράδυ στην παραγωγή παλτό από αποκόμματα γούνας και δέρματος στην υπόγεια οικοτεχνία, κάτω από το σπίτι τους. Κατάφεραν να βρουν φθηνές πρώτες ύλες στη Γαλλία, ενώ έβγαλαν από τη μέση και τους μεσάζοντες και τα εμπορεύματα τα στέλνουν απευθείας σε τουριστικά καταστήματα της Ρόδου. Η δουλειά αρχίζει στις 7.30 το πρωί, το μεσημέρι διακόπτουν μισή ώρα για φαγητό και πολλές φορές τελειώνουν στις 11 το βράδυ.
«Μόνο έτσι βγαίνει μεροκάματο.
Κάποτε, στις καλές εποχές δουλεύαμε 4- 5 ώρες και βγάζαμε πολύ περισσότερα χρήματα», λέει ο κ. Μαλιάγκας.
Παρά το γεγονός ότι το αντρόγυνο δουλεύει σκληρά για να βγάλει το μεροκάματο, στην οικογενειακή επιχείρηση αναγκάζεται να απασχολείται και ένα από τα τρία παιδιά του, ο 24χρονος Χάρης.
Τελείωσε τα ΤΕΙ, αλλά δεν έβρισκε δουλειά και έτσι προτίμησε να μοντάρει κομμάτια γούνας και δέρματος από το να είναι άνεργος. «Η δουλειά αυτή είναι σκλαβιά, αλλά τι μπορώ να κάνω; Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος, σε λίγα χρόνια μπορεί να βρεθώ στον δρόμο, άνεργος. Πόσα παιδιά της γενιάς μου είναι αισιόδοξα για το επαγγελματικό τους μέλλον;», αναρωτιέται.