«Όταν φυσάει βοριάς ο ήχος είναι αρκετά αισθητός, αφού το κτίριο είναι παλιό και ο αέρας περνά μέσα από τις σχισμές που υπάρχουν. Και βέβαια, όταν γίνεται σεισμός κουνιόμαστε λίγο παραπάνω από τους υπόλοιπους κατοίκους του Λεκανοπεδίου».
O κ. Κωνσταντίνος Μαύρος είναι αντιπρόεδρος και οικονομικός διευθυντής σε εταιρεία εμπορίας υψηλής τεχνολογίας. Από το παράθυρο του γραφείου του, που βρίσκεται στον 23ο όροφο του Πύργου Αθηνών, βλέπει την Αίγινα, ακόμη και τις ακτές της Πελοποννήσου! «Το γραφείο μου, στην προηγούμενη εταιρεία στην οποία εργαζόμουν, στεγαζόταν στον 1ο όροφο.
Φανταστείτε την έκπληξή μου όταν άλλαξα εργασιακό χώρο, ανεβαίνοντας 22 ορόφους ψηλότερα. Είναι σαν να είσαι συνεχώς σε πτήση».
Η συζήτηση για το αν πρέπει ή όχι να ανεγερθούν υψηλά κτίρια ανα ζωπυρώνεται και πάλι στους κύκλους των αρχιτεκτόνων και των πολιτικών μηχανικών, μετά την πρόταση στις αρχές Ιουλίου του δημάρχου του Παρισιού κ. Μπερτράν Ντελανοέ να ανοίξει ο δρόμος για την κατασκευή κτιρίων που θα ξεπερνούν σε ύψος τα 37 μέτρα.
Στην Ελλάδα, το ανώτατο ύψος των κτιρίων είναι τα 27 μέτρα. Οι υπέρμαχοι των ουρανοξυστών υποστηρίζουν ότι με αυτά τα κτίρια εξασφαλίζονται περισσότεροι ελεύθεροι χώροι ανάμεσα στα κτίρια, ενώ οι πολέμιοι θεωρούν ότι διαταράσσουν τη δομή και την πολεοδομική οργάνωση των πόλεων.
Όριο η Ακρόπολη. Όπως επισημαίνει ο αρχιτέκτοναςδρ πολεοδόμος κ. Σπύρος Τσαγκαράτος, «δύο είναι οι λόγοι που δεν έχουμε ουρανοξύστες στην Αττική. Ο ένας είναι ότι κόβουν τη θέα προς τον βράχο της Ακρόπολης που έχει ύψος 150 μέτρα και, ο δεύτερος έχει να κάνει με τη σεισμικότητα της περιοχής».
Στην Αττική υπάρχουν σήμερα 25 κτίρια με ύψος από 33 έως 103 μέτρα, που κατασκευάστηκαν την περίοδο 1968-1980, στους Αμπελόκηπους, τον Πειραιά, και στις Λεωφόρους Κηφισίας και Μεσογείων. Η πρώτη νομοθετική ρύθμιση έγινε το 1919, σύμφωνα με την οποία το ανώτατο όριο ορίστηκε στα 22 μέτρα, ενώ το το 1922 το ύψος των κτιρίων αυξήθηκε στα 26 μέτρα.
Με τον νόμο του 1968 απελευθερώθηκε το ύψος της οικοδομής. Με αυτόν τον νόμο (395/1968) κατασκευάστηκε και το υψηλότερο κτίριο στην Ελλάδα, ο Πύργος των Αθηνών, στην περιοχή των Αμπελοκήπων, που έχει ύψος 103 μέτρα και 24 ορόφους. Με τον Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό (ΓΟΚ) του 1985 το ύψος των κτιρίων περιορίστηκε στα 30 μέτρα, ενώ σήμερα το ανώτατο ύψος είναι τα 27 μέτρα.
Η αισθητική. «Στα υψηλά κτίρια πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην αισθητική τους, γι΄ αυτό θεωρώ ότι πριν από την κατασκευή τους πρέπει να προηγείται πανελλήνιος αρχιτεκτονικός διαγωνισμός», επισημαίνει ο αρχιτέκτονας κ. Ιωάννης Βικέλας που σχεδίασε τον Πύργο Αθηνών. Και συμπληρώνει: «Νομίζω ότι ήρθε η ώρα και για την Αθήνα να αποκτήσει υψηλά κτίρια, σε απόσταση πάντα ασφαλείας από αρχαιολογικούς χώρους και περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλους. Σε όλο τον κόσμο κτίζονται ψηλά κτίρια. Για να συμβαίνει αυτό, σημαίνει ότι είναι καιρός να μπει το θέμα και στην Ελλάδα».
Ο πολιτικός μηχανικός, μέλος της Διοίκησης του ΤΕΕ κ. Θοδωρής Δραγκιώτης διαφοροποιείται, όπως λέει, από την επίσημη θέση του ΤΕΕ που τάσσεται κατά των ουρανοξυστών στην Αθήνα. «Αυτή τη στιγμή έχουμε στην Αθήνα υπέργηρα κτίρια 50 και 60 χρόνων, τα οποία πρέπει να αντικατασταθούν. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος – εκτός από το να χτίσουμε ψηλά κτίριααν θέλουμε και τα παλιά κτίρια να ανανεώσουμε και να μην περιορίσουμε τους ελεύθερους χώρους», λέει. «Ωστόσο, με τους συντελεστές δόμησης που ισχύουν σήμερα δεν υπάρχει επιχειρηματικό ενδιαφέρον για την κατασκευή ουρανοξυστών». Το Ρυθμιστικό Σχέδιο. «Είμαι κατά των υψηλών κτιρίων-ουρανοξυστών στην Αθήνα», λέει ο καθηγητής Πολεοδομίας στο ΕΜΠ κ. Γιάννης Πολύζος. «Αυτό που προέχει αυτή τη στιγμή είναι να αποσαφιστεί τι μέλλον και τι χαρακτήρα θέλουμε να έχει η πρωτεύουσα: μια ανοιχτή παραθαλάσσια μητρόπολη με ήπιο χαρακτήρα ή μια πόλη που αναπτύσσεται βάσει των εκάστοτε επιχειρηματικών επενδύσεων». Όπως υποστηρίζει, «η Αθήνα είναι αυτή τη στιγμή η μοναδική πρωτεύουσα στην Ευρώπη που δεν διαθέτει κεντρικό σχεδιασμό, ενώ το Ρυθμιστικό Σχέδιο του 1985 έχει προ πολλού ξεπεραστεί! Η αύξηση της πυκνότητας μιας πόλης με βρίσκει θετικό, με την προϋπόθεση ότι πρέπει να αποδοθεί στους κατοίκους το πράσινο. Δυστυχώς, η πρακτική λέει ότι στην Ελλάδα ποτέ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο».
Από το ΥΠΕΧΩΔΕ λένε ότι η τάση που υπάρχει τις τελευταίες δύο δεκαετίες είναι να μειώνονται τα ύψη των κτιρίων. «Η όλη συζήτηση είναι καθαρά θεωρητική στους κύκλους των αρχιτεκτόνων και των πολιτικών μηχανικών. Δύσκολα το Συμβούλιο της Επικρατείας θα δώσει έγκριση να αλλάξουν τα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια», έλεγαν χθες στελέχη του υπουργείου.
Χρειάζονται ενοποιήσεις οικοπέδων
Όπως επισημαίνει ο σύμβουλος διαχείρισης ακινήτων κ. Νίκος Γιαννουλέλης, «οι ουρανοξύστες στην Αθήνα θα μπορούσαν αρχικώς να κτιστούν πειραματικά σε περιοχές με ιδιαίτερα πυκνή δόμηση, όπως είναι για παράδειγμα η Δυτική Αττική, όπου δεν κλείνουν τη θέα προς την Ακρόπολη, και στη συνέχεια αφού δημιουργηθεί μια ζώνη γύρω από την Ακρόπολη, μπορούν να αρχίζουν να κτίζονται και σε άλλες περιοχές».
Ο κ. Γιαννουλέλης προσθέτει πως «για να γίνει κάτι τέτοιο δεν αρκεί να αλλάξει μόνο η πολεοδομική νομοθεσία, αλλά πρέπει να αλλάξουν και άρθρα στον Αστικό Κώδικα, ώστε να μπορούν πιο εύκολα να γίνονται ενοποιήσεις οικοπέδων με σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών. Έτσι, ανοίγει ο δρόμος για το γκρέμισμα οικοδομικών τετραγώνων και στη θέση δέκα πολυκατοικιών μπορεί να κτιστεί κτίριο με θέσεις στάθμευσης στο υπόγειο και όλος ο υπόλοιπος χώρος να είναι πράσινο».
Η Greenpeace
Σύμφωνα με τον διευθυντή του Ελληνικού Γραφείου της Greenpeace κ. Νίκο Χαραλαμπίδη, «το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε είναι τι είδους πόλη θέλουμε. Και αν ξεκαθαρίσουμε ότι δεν είμαστε διατεθειμένοι να χάσουμε ούτε ένα τετραγωνικό μέτρο πρασίνου, τότε μπορούμε να δούμε λύσεις με ψηλά κτίρια, αντικαθιστώντας πολλά παλιά που καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση. Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα στη Σαουδική Αραβία, όπου είναι και ενεργειακά αυτόνομα και εξασφαλίζουν πολύ καλές συνθήκες διαβίωσης που δεν αποβαίνουν εις βάρος της αισθητικής και του περιβάλλοντος. Δυστυχώς αυτή τη στιγμή στην Αθήνα έχουμε απλώς ορισμένα πανύψηλα κτίρια αμφιβόλου αισθητικής στη μέση του πουθενά, χωρίς να δένουν καθόλου με το υπόλοιπο περιβάλλον».
Επόμενος όροφος τα 800 μέτρα!
Αυτήν τη στιγμή, το υψηλότερο κτίριο στον κόσμο είναι ο πύργος Τάι Πέι στην Ταϊβάν με ύψος 508 μέτρα. Ωστόσο, σε περίπου 6 μήνες χάνει τα πρωτεία, οπότε και αναμένεται να έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες κατασκευής του πύργου Μπουρτζ στο Ντουμπάι που θα ξεπερνάει τα 768 μέτρα (819 μ. με την κεραία).
«Η τάση που επικρατεί σήμερα παγκοσμίως προκειμένου να μη χαθεί πράσινο είναι τα ψηλά κτίρια. Οι ισχυρισμοί ότι τα ψηλά κτίρια είναι επικίνδυνα σε μεγάλους σεισμούς είναι τουλάχιστον αβάσιμοι, αφού οι ουρανοξύστες στο Τόκιο και σε άλλες πόλεις συμπεριφέρονται πολύ καλά», επισημαίνει ο κ. Τσαγκαράτος. «Η αιχμή του δόρατος της συζήτησης μπορεί να είναι τώρα στο Παρίσι, στο Λονδίνο όμως έχουν αρχίσει τα τελευταία 10 χρόνια να χτίζουν ουρανοξύστες».
Το 13ο πάτωμα
Στο τρίτο ψηλότερο κτίριο της Αθήνας, στον Πύργο Απόλλων, που έχει ύψος 80 μέτρα, και στον οποίο διακινούνται καθημερινώς περίπου 2.000 άνθρωποι, ο ανελκυστήρας συνεχίζει από τον 12ο στον 14ο όροφο χωρίς να κάνει στάση στον 13ο.
«Αυτό έγινε επειδή όταν κατασκευαζόταν ο πύργος κανείς δεν ήθελε να μεινει στον 13ο όροφο (!)», εξηγεί ο χημικός Χρήστος Δαρατσιανός, που μείνει τα τελευταία 15 χρόνια σε διαμέρισμα του 3ου ορόφου. «Νιώθω πιο ασφαλής εδώ. Το κτίριο δεν είναι συμπαγές και ακίνητο όπως συμβαίνει με τις περισσότερες πολυκατοικίες στην Αθήνα για να αποσβένει τις δονήσεις από σεισμό, ενώ υπάρχουν θυρωροί επί 24ώρου βάσεως».
ΝΑΙ Διέξοδος για την πόλη
Η ΣΧΕΣΗ ΨΗΛΩΝ – χαμηλών κτιρίων αντικατοπτρίζεται στην πόλη με την επιλογή: ελεύθεροι χώροι, πράσινο, κοινωνικός εξοπλισμός ή όλα καλυμμένα από τσιμέντο, μίζερα, μικρομεσαία, προβληματικά.
Επειδή οι ελληνικές πόλεις βρίσκονται στο όριο της υπέρβασης προκειμένου να αναπλαστούν σε σύγχρονα ευρωπαϊκά κέντρα, εμφανίζεται ως μονόδρομος η επιλογή των πιο ψηλών κτιρίων με προϋπόθεση την αύξηση του ακάλυπτου χώρου, της δημόσιας γης, του πρασίνου.
Χωρίς νεοπλουτίστικες αμφιλεγόμενες λογικές, που οδηγούν σε κτίρια ουρανοξύστες, η αύξηση του ύψους μέχρι 50-70 μ. (15-18 ορόφους) που επιτρέπει τη διατήρηση της ανθρώπινης κλίμακας, σε επιλεγμένες περιοχές (εκτός ιστορικού κέντρου) παρουσιάζεται ως η καλύτερη διέξοδος για ένα σύγχρονο, αναβαθμισμένο περιβάλλον.
Ο Σπύρος Τσαγκαράτος είναι αρχιτέκτων- δρ πολεοδόμος
ΟΧΙ Θα χάσουμε και τον ουρανό
ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ τάσσομαι απολύτως κατά των υψηλών κτιρίων. Γιατί αυτό που μας απέμεινε στην Αθήνα είναι ο ουρανός της. Και κυρίως, γι΄ αυτό που προσπαθεί η Διεθνής Ένωση Αρχιτεκτόνων να περάσει ως μήνυμα στα τελευταία συνέδριά της: να επαναφέρουμε την αρχιτεκτονική στις ανθρώπινες διαστάσεις της.
Δεν είναι δυνατόν να ενταχθούν στο ελληνικό τοπίο και ιδίως στον αττικό ουρανό (Κ. Δοξιάδης). Θεωρώ ότι η ανάπτυξη των πόλεων, και ειδικότερα στην Αττική, με ψηλά κτίρια διαταράσσει τη δομή και την πολεοδομική οργάνωση των πόλεων. Δεν συμβάλλει στην ιστορική συνέχεια των οικισμών και των πόλεων. Θεωρούνται σύμβολα των αμερικανικών μεγαλουπόλεων, των πολυεθνικών εταιρειών, καθώς και των πόλεων και των περιοχών χωρίς ιστορία (π.χ. Ντουμπάι).
Ο Γιάννης Αλαβάνος είναι πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας