Πέθανε και ο Τζίμης Μακούλης… Οι νέοι, ίσως, ούτε το όνομά του δεν θα έχουν ακούσει. Αλλά για μένα, που γινόμουν «αντράκι» τη δεκαετία του ΄50, όπως και για τους φίλους μου, ο τραγουδιστής αυτός ήταν μοναδικός! Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο μου «Είναι γλεντζές, πίνει γάλα», του αφιερώνω τρεις σελίδες. Αντιγράφω μερικά αποσπάσματα:
«Στη γειτονιά, στον κοριτσόκοσμο, έκανε θραύση ο Τζίμης Μακούλης. Άρεσαν, βέβαια, ο Γούναρης, ο Μαρούδας, ο Πολυμέρης, αλλά ο Μακούλης κρατούσε τα σκήπτρα, γιατί ήταν νέος, όμορφος κι έφερνε έναν αέρα “αμερικάνικο”, στον τρόπο με τον οποίο τραγουδούσε. Και αυτό το “ξενόφερτο” ήταν κυρίως το στοιχείο που ενθουσίαζε τις κοπελίτσες της εποχής. “Αμαξά τράβα μπρος μες στη μπόρα” (…) και “Βίρα τις άγκυρες” ήταν από τα πιο γνωστά τραγούδια του. Αλλά το μεγάλο σουξέ του ήταν το “Ένας φίλος ήρθε απόψε απ΄ τα παλιά”, που τo ΄χε πρωτοπεί- με μια κλασική ερμηνεία χωρίς εξάρσεις- ο Σώτος Παναγόπουλος και ήταν για πολλά χρόνια το αγαπημένο τραγούδι του Καραμανλή.
Στην πλατεία Κυριακού, οι νέοι όποτε μιλούσαν για τον Μακούλη με θαυμάστριές του λέγαν, από ζήλεια, διάφορες ανοησίες. Πώς τάχα βάφει τα μαλλιά του, μιμείται τον Μπιγκ Κρόσμπι και, το κυριότερο, πως είναι παντρεμένος με μια νεαρή, πολύ όμορφη και εξαιρετικά πλούσια γυναίκα. Επομένως, “μην κάνετε όρεξη…”. Ήμουν ένας από τους θαυμαστές του Τζίμη Μακούλη, ώς τα δεκάξι μου χρόνια. (Μετά, ανακάλυψα το ρεμπέτικο και το λαϊκό κι όλες αυτές οι ιστορίες με τα ελαφρά, αμερικανοειδή κ.λπ. τραγούδια πήγαν στον πάτο του ποταμού…). Τραγουδούσα με τον δικό του τρόπο και χρησιμοποιούσα το “μικρόφωνο”- ένα μπαστούνι της μάνας μου με ένα τσίγκινο κύπελλο στο πάνω μέρος του- όπως το χρησιμοποιούσε κι εκείνος: λοξά.
Το ίδιο έκαναν κι όλα τ΄ άλλα παιδιά. Που χόρευαν σουίγκ, με συνεχείς φιγούρες, αλλά και ταγκό, για να ΄χουν την ευκαιρία ν΄ αγκαλιάζουν την ντάμα τους. Τότε, τα χασάπικα και τα ζεϊμπέκικα δεν είχαν πέραση. Θα ΄λεγα ότι μάλλον τα περιφρονούσαμε. Και να σκεφτεί, κανείς, ότι εκατό μέτρα από τα σπίτια μας, στην Αχαρνών, είχε μαγαζί ο “Τζίμης ο χοντρός”, όπου “ιερουργούσε”, κάθε νύχτα, ο μέγας Τσιτσάνης, έχοντας δίπλα του τη Νίνου ή την αδάμαστη Σωτηρία Μπέλλου.
Προτιμούσαμε, τότε, τραγούδια του Μακούλη, όπως το “Κουκλίτσα μου κερένια”, “Το παραμύθι μας, θυμάμαι αγαπημένη” και άλλα παρεμφερή, από τα “Κάποια μάνα αναστενάζει”, “Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι”, “Φραγκοσυριανή”, “Αχάριστη”, “Χατζηκυριάκειο” κ.λπ.! Και μας είχαν σταλάξει, οι δάσκαλοι, κυρίως, μιαν απέχθεια για το μπουζούκι, το “όργανο των κακοποιών και των χασικλήδων”!».
Πάνε δυο χρόνια από τότε που είδα, για τελευταία φορά, τον Μακούλη. Είχε έρθει σε μια εκπομπή μου. Εξακολουθούσε να είναι όμορφος και λαμπερός. Και απίστευτα σεμνός. Καλό ταξίδι, Τζίμη…