«Πενήντα χρόνια έβλεπα τη φωτογραφία σου και κάθε ημέρα υποσχόμουν στον εαυτό μου πως θα μπορέσω να σε βρω. Θα μπορέσω να βρω τον αδελφό που έχασα σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης».

Με δάκρυα στα μάτια και αναφιλητά η 77χρονη Σεραφείμα αγκαλιάζει τον 57χρονο αδελφό της Βίκτωρα. Αυτός μέχρι πριν από λίγες ημέρες αγνοούσε ακόμη και την ύπαρξή της, ενώ δεν πέρασε πολύς καιρός όταν έμαθε πως ο πατέρας του ήταν Έλληνας, πολιτικός κρατούμενος του Στάλιν. Οι πολιτικές εκκαθάρισης του Στάλιν χώρισαν τα δύο Ελληνόπουλα τη δεκαετία του ΄50 και ξαναβρέθηκαν μισό αιώνα αργότερα μέσω μιας τηλεοπτικής εκπομπής.


Ήταν το 1947, όταν λιμός χτύπησε πολλές περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης. Ο πατέρας της Σεραφείμας, Βλαδίμηρος Μπάσκο, ήταν ο ομαδάρχης στο τοπικό κολχόζ- αγροτικός κρατικός συνεταιρισμός- στο χωριό Κασιάνοβκα της περιφέρειας Ντόνετσκ, στην Ουκρανία. Κάποιοι τον κατηγόρησαν πως είχε κλέψει σιτάρι από τις αποθήκες του συνεταιρισμού. «Για το 1947 αυτή ήταν μια από τις σοβαρότερες καταγγελίες, διότι η χώρα μας ζούσε την περίοδο του λιμού. Το γεγονός αυτό οι σοβιετικές αρχές το κρατούσαν μυστικό, θυμάται η Σεραφείμα, που είδε τη μητέρα της λίγους μήνες πριν από τη σύλληψη του πατέρα της να πεθαίνει από ασιτία.

«Σήμερα, η διετία 1946- 1947 καταγράφεται στην ιστορία της ΕΣΣΔ ως “εποχή του λιμού”. Τότε όμως, οι αρχές χαρακτήριζαν το γεγονός “προσωρινές δυσκολίες”, αναφέρει η δημοσιογράφος Σοφία Προκοπίδου.

Στην έρευνα που ακολούθησε στο σπίτι της οικογένειας Μπάσκο δεν βρέθηκε ούτε σπόρος σιταριού, «αφού ο πατέρας μου δεν είχε κλέψει ποτέ», όπως αφηγείται η 77χρονη Ελληνίδα. Παρ΄ όλα αυτά ο Βλαδίμηρος συνελήφθη και τον φυλάκισαν ως επικίνδυνο εγκληματία και με την κατηγορία του εχθρού του λαού. Στην αρχή στη Μαριούπολη, μετά στη Σιβηρία.

Ήταν δυνατός. «Επέζησε επειδή ήταν δυνατός άνθρωπος. Όπως μου διηγήθηκαν οι φύλακες που τους συνόδευαν στο τρένο, κατανάλωσαν ή και πούλησαν όλα τα τρόφιμα των φυλακισμένων, που πέθαιναν κάθε μέρα από ασιτία. Και ο πατέρας μου θα είχε πεθάνει, αφού έφτασε στο στρατόπεδο ετοιμοθάνατος. Για καλή του τύχη βρέθηκε δίπλα του η κρατούμενη Ευφροσίνια Σίνκαριουκ», λέει δακρυσμένη η Σεραφείμα.

Η Ευφροσίνια, η μητέρα του Βίκτωρα, καταγόταν από τη Μολδαβία και είχε φυλακιστεί από τους Σοβιετικούς το 1944 με την κατηγορία ότι είχε συνάψει παράνομη σχέση με Ρουμάνους, οι οποίοι τότε χαρακτηρίζονταν εχθροί της ΕΣΣΔ. Όπως διηγήθηκε ο Βλαδίμηρος, οι δυο τους αγαπήθηκαν στη φυλακή. Κατά άλλη εκδοχή την οποία αναφέρει η Σεραφείμα, ο πατέρας της θέλησε να βοηθήσει την Ευφροσίνια κάνοντας μαζί της ένα παιδί. «Τότε οι αρχές είχαν θέσει στόχο τους την αύξηση του πληθυσμού και για τον λόγο αυτό προέτρεπαν και τις φυλακισμένες, να γεννήσουν παιδιά για τη χώρα, υποσχόμενοι αμνηστία. Έτσι, παρά πολλές γυναίκες είχαν κάνει παιδιά στις φυλακές, αλλά ποτέ δεν τους δόθηκε η ελευθερία τους». Χωρίς πατέρα. «Εγώ γεννήθηκα το 1950. Δεν ήξερα για τον πατέρα μου τίποτα. Η μητέρα μου είχε πει ότι είχε πεθάνει» θυμάται ο Βίκτωρ Σίνκαριουκ.

Ο Βλαδίμηρος αποφυλακίστηκε λίγους μήνες μετά τη γέννηση του γιου του. Επιστρέφοντας στο χωριό του προσπάθησε να πετύχει την αποφυλάκιση της αγαπημένης του. Οι σοβιετικές αρχές όχι μόνο δεν το επέτρεψαν, αλλά έστειλαν την Ευφροσίνια σε άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης.

«Δεν σταμάτησε λεπτό να την αναζητά. Το 1957 κατάφερε να τους εντοπίσει και η Εφροσίνια τού έστειλε μια φωτογραφία της με τον 7χρονο Βίκτωρα. Οι αρχές όμως την έστειλαν απευθείας σε άλλο στρατόπεδο, στο Κανσκ. Ο πατέρας μου δεν κατάφερε από τότε να τους ξαναβρεί. Προτού πεθάνει μου ζήτησε με κάθε τρόπο να τους βρω», λέει η Σεραφείμα. «Από τότε έγινε ο σκοπός της ζωής μου».

Κτηνωδία. «Μεγάλωσα μέσα στην κτηνωδία και το ότι έχω τώρα μια νέα οικογένεια είναι για εμένα ένα θαύμα», λέει ο Βίκτωρας, που αναγκάστηκε να μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο και να συναντήσει τη μητέρα του ύστερα από 10 χρόνια. «Κάποια στιγμή η διοίκηση των φυλακών αποφάσισε να χωρίσει τις μητέρες από τα παιδιά τους για να μην τις εμποδίζουν στην καταναγκαστική εργασία. Έτσι κατέληξα στο ορφανοτροφείο», θυμάται ο Βίκτωρας που μένει στη Μολδαβία, στην Τιράσπολη, και είναι προϊστάμενος μηχανικός σε εργοστάσιο. Το χόμπι του είναι αφιερωμένο σε όσους του στέρησαν μια φυσιολογική ζωή, όπως λέει. «Όταν ήμουν μικρός, ζούσα σε έναν γκρίζο κόσμο. Μου έλειψε η ομορφιά… Ίσως γι΄ αυτό ασχολούμαι με άνθη και καλλιέργειες τριαντάφυλλων. Τελικά, η ίδια η ζωή είναι πολύ όμορφη. Όταν συναντάς μια αδελφή που σε αγαπούσε χωρίς να σε ξέρει. Δεν είναι μεγαλείο αυτό, δεν είναι η ομορφιά της ζωής;», συμπληρώνει και αγκαλιάζει την αδελφή του.

Επιχείρηση εξόντωσης και ομαδικές εκτελέσεις


Η οικογένεια του Βλαδίμηρου είχε εγκατασταθεί στην περιφέρεια του Ντόνετσκ από τα τέλη του 18 αιώνα, όταν ύστερα από κάλεσμα της τσαρίνας Αικατερίνης της Μεγάλης, που ήθελε να επιβλέπουν τα σύνορα της αυτοκρατορίας της Έλληνες ακρίτες, μεταφέρθηκαν στην περιοχή Έλληνες της Κριμαίας που ίδρυσαν πολλές κοινότητες. «Τα ελληνικά τα μιλούσαμε όλοι τότε. Μάλιστα μας ενθάρρυναν να έχουμε και τραγούδια στη γλώσσα μας, χορεύαμε τους χορούς μας. Σιγά σιγά όμως πολλά πράγματα άλλαξαν και σήμερα λίγοι στην περιοχή μιλούν τα ελληνικά», λέει η Σεραφείμα, που αισθάνεται άσχημα επειδή ξέχασε τη γλώσσα του πατέρα της.

Ήδη από το 1937 ο Ιωσήφ Στάλιν είχε διατάξει, μεταξύ των άλλων, και την επιχείρηση εξόντωσης χιλιάδων Ελλήνων, οι οποίοι στάλθηκαν σε στρατόπεδα της Σιβηρίας ή εκτελέστηκαν στα χωριά όπου διέμεναν.

Η «ελληνική επιχείρηση», όπως ήταν ο κωδικός του σχεδίου της ΝΚVD, της σοβιετικής μυστικής υπηρεσίας και προκατόχου της ΚGΒ, άρχισε στις 11 Δεκεμβρίου 1937. Την ημέρα εκείνη ο διευθυντής της ΝΚVD Νικολάι Εζόφ έβαλε την υπογραφή του στην ντιρεκτίβα υπ΄ αριθμόν 50215, βάσει της οποίας συνελήφθησαν οι Έλληνες που δεν είχαν πάρει σοβιετική υπηκοότητα.

Τις τρεις πρώτες ημέρες εφαρμογής της ντιρεκτίβας, όπως αποκαλύπτει η έρευνα του κ. Ιβάν Τζούχα, περίπου 30.000 Έλληνες από διάφορες Δημοκρατίες της ΕΣΣΔ οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα θανάτου στη Σιβηρία ή εκτελέστηκαν.

«Είχε προηγηθεί η επιβολή της δικτατορίας Μεταξά στην Ελλάδα και οι Σοβιετικοί θεώρησαν πως οι Έλληνες που δεν ήθελαν να πάρουν τη σοβιετική υπηκοότητα ήταν συμπαθούντες του φασιστικού καθεστώτος», εξηγεί ο κ. Τζούχα.

Οι διώξεις των Ελλήνων συνεχίστηκαν την περίοδο 1942-44 με 15.000 θύματα στην Κριμαία και το 1949 στο Σοχούμι και το Βατούμ με 20.000 θύματα. Οι αγριότητες της σταλινικής περιόδου εις βάρος των Ελλήνων αποκαλύφθηκαν στο 20ό συνέδριο του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος από τον Νικήτα Χρουστσόφ το 1957. Μόλις τότε οι συγγενείς των εξαφανισμένων έμαθαν τι είχαν απογίνει οι γονείς και τα αδέλφια τους.