«Kαι χαμογέλασε, καθώς με το ένα χέρι άρχισε να σκαλίζει την κωλότσεπη του παντελονιού του, ενώ ταυτόχρονα ανασήκωνε το γοφό του από το πεζούλι. Με στομφώδεις κινήσεις φτηνιάρη μάγου, έβγαλε το μαύρο, καλυμμένο από δαντέλες, ύφασμα, το ίδιο ύφασμα που κάποτε χάιδεψε τα πιο απόκρυφα σημεία μιας από τις πιο όμορφες γυναίκες στον κόσμο. Με τα δυο του χέρια άνοιξε το εσώρουχο σαν να ήταν απλωμένο σε σκοινί, για να παρατηρήσουν οι φίλοι του τις διαστάσεις, το σχήμα, τη διάφανη ύφανσή του, και να φανταστούν, με το πυρετικό μυαλό τους, τη ζωντανή σάρκα που μια φορά κι έναν καιρό γέμιζε αυτόν το χώρο.

(…) Με λεπτεπίλεπτες κινήσεις, ο Κόντε αναζήτησε το λάστιχο της μέσης και το άνοιξε με τα δυο του χέρια για να το φέρει κατόπιν στο κεφάλι του: τότε το φόρεσε σα να ήταν σκούφος. Αυτό είναι το καλύτερο στέμμα από δάφνες που είχε ποτέ να επιδείξει ένας συγγραφέας. Αυτός εδώ είναι ο φρυγικός μου πίλος».

(απόσπ. σελ.185)