ΜΠΡΟΣΤΑ Ο ΠΑΠΑΣ, ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ ΕΜΕΙΣ ΤΑ
ΠΑΠΑΔΑΚΙΑ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΄ΤΑΝ, ΓΥΡΝΑΓΑΜΕ ΑΠΟ ΠΟΡΤΑ
ΣΕ ΠΟΡΤΑ, ΜΑΣ ΕΒΛΕΠΕ ΚΑΙ Η ΑΙΜΙΛΙΑ ΟΤΑΝ
ΠΛΗΣΙΑΖΑΜΕ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ, ΚΛΕΙΔΩΝΟΤΑΝ
ΜΕΣΑ, ΚΙ ΟΤΑΝ ΧΤΥΠΟΥΣΑΜΕ ΕΜΕΙΣ,
«ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ» ΜΑΣ ΦΩΝΑΖΕ
Την πειράζαμε συνέχεια την Αιμιλία, τη στρώναμε στο κυνήγι, σταμάταγε κάποτε αυτή, μάζευε πέτρες από κάτω, και όλο και κάποιον μας πετύχαινε. Πάντοτε σκληρά, ανάλγητα, τα παιδιά, κι έπειτα από τόσα χρόνια δεν μπορώ να πω με σιγουριά τι αισθήματα μας προκαλούσε η σαλεμένη Αιμιλία.

Θυμάμαι όμως πάρα πολύ καλά πόσο τον αγαπούσαμε τον Θανάση στο χωριό του πατέρα μου, όπου ξεκαλοκαιριάζαμε, διασκεδάζαμε ατέλειωτα μαζί του, μικροί και μεγάλοι, είχε μογγολισμό ο Θανάσης, ένα άκακο αρνί μ΄ ένα μόνιμο χαμόγελο στα χείλη, όταν το παρακάναμε σήκωνε την γκλίτσα, σπάνια όμως μας χτυπούσε, και πάλι όχι δυνατά. Αλλά τώρα τι; τις τρυφερότερες αναμνήσεις μου πώς θα τις βάλω πλάι στον κυνισμό της Πάνια, την αγάπη τη δική μας πλάι στο στυγνό

Ώσπου να φτάσουμε σε κοινωνία αγγέλων, τον τρελό του χωριού θα τον περιγελούν. Ποιος και πώς κρίνει και αποκλείει ότι μπορεί να υπάρχει αγάπη πίσω από τη στάση αυτή;

εμπόριο της Πάνια! Κυνική και στυγνή εμπόρισσα; Ούτε λόγος. Εμπόρισσα όπως και όλοι οι άλλοι της τηλεόρασης, μοιραία ίσως, αφού πρέπει να πουλήσουν την πραμάτεια τους, τον εαυτό τους δηλαδή. Και κυνική, όπως σχεδόν οι πάντες πια, κατά την τελευταία μόδα, και δε μιλώ γι΄ αυτούς που τάχαμου εντάσσουν την ξινίλα, την απροκάλυπτη προσβολή και το ιταμό ύφος στις απαιτήσεις λ.χ. των ριάλιτι, αλλά για τους κατά τεκμήριο σοβαρούς των δελτίων ειδήσεων, και πάλι δε μιλάω για τους επίσης επαγγελματίες του είδους, Τραγκοκακαουνάκηδες και παπα-Τσάκαλους, αλλά για τους άλλους, τους μουράτους, που όλο και υψώνουν τον τόνο της φωνής, αγριεύουν, μας μαλώνουν, Χατζηνικολάου, Ζαχαρέα, Στάη-αυτή έχει και διδακτορικό στην ειρωνεία επιπλέον, θυμάμαι που ειρωνευόταν κάποια χαροκαμένη μάνα, αν δε γελιέμαι τη μάνα τής δολοφονημένης απ΄ τον Βαγιωνή (υιοθετώντας την υπερασπιστική γραμμή: Λυκουρέζος γαρ!).

Πήρα φόρα, ας σταματήσω, κυρίως γιατί φοβάμαι ότι αυτού του είδους οι συναριθμήσεις υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσουν τότε σε απαλλαγή, της Πάνια εν προκειμένω, αφού γι΄ αυτήν ο λόγος, που με το μαστίγιο διευθύνει τον θίασό της, έναν θίασο αγαθών σαλών, ατόμων με κάποια υστέρηση-αλλά και άλλων, απλώς γραφικών ή που πουλάνε γραφικότητα και κάνουν τη δουλειά τους, μας πουλάνε δηλαδή και μας αγοράζουν. Πώς ξεχωρίζεις τι απ΄ όλο τούτο το κουβάρι; Κοιτάς να κρατήσεις τις αποστάσεις σου, δηλώνεις πως η Πάνια πάντως σου γεννά αποστροφή, κι ας διασκέδαζες παλιά με τα παντρολογήματα και το «Χρυσό κουφέτο» λόγου χάρη. Κρατάς λοιπόν τις αποστάσεις σου, παρόλο που συνέχεια σε τρώει να κάνεις ακριβώς τους παραπάνω παραλληλισμούς, όπως και σου ΄ρχεται να πεις πως όλη αυτή η δίκαιη καταρχήν κατακραυγή που ξεσηκώθηκε για την εκπομπή της μοιάζει να χτυπάει εύκολο στόχο, σκέφτεσαι λόγου χάρη πως με ανάλογους, με τον Λεπά π.χ., διασκέδαζε η μεγαλοαστική τάξη, σκορπώντας μάτσα τα χιλιάρικα, και τον Λεπά θα τον καλέσει στη σοβαρή του εκπομπή (μήπως τον κάλεσε κιόλας;) ο σοβαρός Χατζηνικολάου, όπως η Στάη κάλεσε την Άντζελα Δημητρίου, ενώ με τους φτωχοδιαβόλους της Ανίτας Πάνια διασκεδάζει το πόπολο και το λούμπεν στοιχείο-μαζί και κάποιοι διανοούμενοι, περιστασιακοί ή μόνιμοι καταναλωτές του trash, αριστερογενείς ή ακόμα χειρότερα αριστεροί, εδώ είμαι κι εγώ δηλαδή, κι εδώ μου έβαλε σχεδόν τις φωνές απ΄ το τηλέφωνο ο Μπουκάλας, όταν του είπα τι σκόπευα να γράψω.

Σάμπως δεν έχει δίκιο όμως; Έχει και παραέχει, δείκτης ηθικής είναι για μένα, άλλωστε, ο Παντελής Μπουκάλας, τον αναφέρω πάλι εδώ, αφού έχει γράψει, καταπέλτης, για το θέμα, στην Καθημερινή. Αλλά και πόσοι άλλοι έχουν γράψει καταδικαστικά, φίλοι όλοι, και με όλους συμφωνώ, νά η Πόπη Διαμαντάκου, επανειλημμένα εδώ, πρόσφατα ο Θάνος Κάππας στην Αthens Voice κ.ά. κ.ά. Τι θέλεις, τι γυρεύεις τότε, θα μου πει κανείς, αφού πιο πάνω μίλησες για δίκαιη κατακραυγή, αν κι έχωσες έπειτα ένα «καταρχήν». Κατά δεύτερο λόγο τι, δηλαδή; Δεν ξέρω, την απέραντη αμηχανία μου ομολογώ, το σκέφτομαι από καιρό το θέμα, όταν πρωτοβγήκε στο μεϊντάνι π.χ. η κυρία Λουκά, πιο πρόσφατα η κυρία Ελισάβετ και ο Κάτμαν, προτού ανοίξει ο κύκλος εργασιών της Ανίτας Πάνια, και γίνει το μικρομάγαζο μεγαλοκρεοπωλείο. Από τη μια έβλεπα την εκμετάλλευση της υστέρησης, από την άλλη έλεγα πόση ευτυχία μπορεί να παίρνουν τα πρόσωπα αυτά. Και τι να βάλεις κάθε φορά στη ζυγαριά; Το παιδάκι της κυρίας Λουκά, που ενδεχομένως θα του κάνουνε καζούρα στο σχολείο, κι από την άλλη την ευτυχία της ίδιας; Αν όμως έτσι παροξύνεται μια απλή αρχικά ιδεοληψία, ή κάπως έτσι μου έλεγε ένας ψυχίατρος, ποιος τη μαζεύει έπειτα; Σωστό, λέω με κατεβασμένο, αλήθεια, το κεφάλι. Παρ΄ όλα αυτά, επιμένω. Και η υψίφωνος κυρία Ελισάβετ, που εξέφραζε το παράπονό της στο Θέμο πως της φωνάζαν οι γειτόνοι όταν «μελετούσε», και τώρα αγαλλιούσε τραγουδώντας στην εκπομπή του άριες και πινδαρικούς ύμνους που τους είχε μελοποιήσει η ίδια… Και ο Κάτμαν, με το ολόφωτο πρόσωπο… που είναι αλήθεια καθαρτήριο να βλέπεις τέτοια αθωότητα, εκπληκτική εικονογράφηση των πτωχών τω πνεύματι που αυτοί θα κληρονομήσουν τη βασιλεία των ουρανών!

Μελό; Μελό! Φολκλόρ, θα πούνε άλλοι. Όμως ο Κάτμαν κοιμάται πια ευτυχισμένος, δε θέλω να σκεφτώ βέβαια-προλαβαίνω πριν μου το πουν οι άλλοι- την ώρα που θα σβήσουν κάποτε τα φώτα, όμως τώρα κοιμάται ευτυχισμένος. Μπορεί κι η μάνα του να είναι ευτυχισμένη, που βγήκε ο γιος της από το κλουβί του-και μπήκε στο κλουβί του τσίρκου, προλαβαίνω πάλι τον αντίλογο, όμως βγήκε από τη φυλακή του σπιτιού του, και δε θυμάμαι αν γι΄ αυτήν τη μάνα διάβασα πως ο γιος της τής αγόρασε χάρη στην εκπομπή αυτή ένα σπίτι.

Βέβαια: «Σε εξευτελίζω για να σε πληρώσω, σε εξευτελίζω και σε πληρώνω» όπως λέει ο Μπουκάλας (παραθέτω από μνήμης), και ξαναλέω: συμφωνώ. Όμως σε ποια κοινωνία αγγέλων θα έχει τάχα ποτέ τις ίδιες ευκαιρίες με τους άλλους ένα άτομο με νοητική ή και σωματική απλώς υστέρηση, τις ίδιες ευκαιρίες να ερωτευτεί, να δημιουργήσει ισότιμες σχέσεις και φιλίες. Ώς τότε τον τρελό του χωριού, μοιραία, θα ΄λεγε κανείς, θα τον περιγελούν. Ποιος και πώς κρίνει και αποκλείει ότι μπορεί να υπάρχει αγάπη πίσω από τη στάση αυτή, να ιδρύεται εντέλει με τη στάση αυτή κάποια σχέση.