ΓΙ΄ ΑΥΤΟ τον μελαγχολικό ποταμό υπάρχει ένα διάσημο τραγούδι.«Σταματήστε νερά του Ίμπαρ, μην τρέχετε με τόση βιασύνη/ ακούστε λίγο τις αγωνίες μου». Ειρωνεία της Ιστορίας. Η ονομασία της γέφυρας είναι «γέφυρα της φιλίας». Γιατί κάποτε η Μιτρόβιτσα ήταν μια πόλη που, χάρη στα ορυχεία της Τρέπτσα, οι άνθρωποι ζούσαν καλά και συνυπήρχαν αρμονικά. Η πόλη με τα ωραία σινεμά και τα όμορφα κορίτσια. Η μοναδική πόλη στο Κόσοβο όπου οι Σέρβοι μιλούσαν και αλβανικά. Σήμερα η «γέφυρα της φιλίας» έχει γίνει γέφυρα του μίσους, χωρίζοντας την πόλη στα δύο. Στη Βόρεια Μιτρόβιτσα όπου κατοικούν 35.000
Σέρβοι, λίγοι Αλβανοί και Βόσνιοι, κλεισμένοι στο γκέτο τους. Και στη Νότια Μιτρόβιτσα όπου κατοικούν 65.000 Αλβανοί και ελάχιστοι φοβισμένοι Τσιγγάνοι. Η Μιτρόβιτσα δεν έχει θάλασσα, παρ΄ όλ΄ αυτά βυθίζεται. Περιμένοντας την απόφαση για το τελικό καθεστώς του Κοσόβου, περικυκλωμένη από τη φτώχεια και το αμοιβαίο μίσος. Τα ορυχεία δεν λειτουργούν πια και η ανεργία ανέρχεται στο 80% του πληθυσμού…
Μόλις έφθασα στη Μιτρόβιτσα ζήτησα έναν χάρτη της πόλης. Δεν βρήκα. Έμαθα μόνο πως η κάθε πλευρά, από το 1999 που η πόλη χωρίστηκε στα δυο, αλλάζει τις παλαιές ονομασίες των δρόμων. Οι Αλβανοί τα αλβανοποιούν, οι Σέρβοι αποκαθηλώνουν τις «ανεπιθύμητες» ονομασίες. Οι Αλβανοί θεωρούν το Κόσοβο ντε φάκτο ανεξάρτητο κράτος. Οι Σέρβοι αναγνωρίζουν μόνο την εξουσία του Βελιγραδίου. Εδώ η κάθε πλευρά έχει τις δικές της σημαίες, τους δικούς της ήρωες. Και τις δικές της ξεχωριστές πινακίδες αυτοκινήτου. Παρατηρώ έναν κύριο πάνω στη «γέφυρα του μίσους». Κατεβαίνει από το παλαιό κόκκινο Volkswagen που οδηγεί, βγάζει τις πινακίδες του και ύστερα διασχίζει τη γέφυρα περνώντας στη σερβική πλευρά. Τα χάνω. Μου εξηγούν ότι το κόκκινο Volkswagen έχει πινακίδες
«Σταματήστε νερά του Ίμπαρ, μην τρέχετε με τόση βιασύνη/ ακούστε λίγο τις αγωνίες μου». Ειρωνεία της Ιστορίας. Η ονομασία της γέφυρας είναι «γέφυρα της φιλίας»
Δυο φίλοι, ο Μπεκίμ (Αλβανός) αριστερά και ο Γιέσα (Σέρβος) δεξιά, πάνω στη γέφυρα του μίσους στην πόλη Μιτρόβιτσα στο Κόσοβο, που χωρίζει από το 1999 τους Σέρβους και τους Αλβανούς. Κάποτε, χάρη στα ορυχεία της Τρέπτσα, η Μιτρόβιτσα ήταν μια πόλη όπου οι άνθρωποι ζούσαν καλά και συνυπήρχαν αρμονικά. Τώρα, περιμένοντας την απόφαση για το τελικό καθεστώς του Κοσόβου, μαραζώνει από τη φτώχεια και το μίσος…
ΚS (Κόσοβο), τις οποίες δεν αναγνωρίζουν οι Σέρβοι (εκεί επιτρέπονται μόνο οι παλαιές πινακίδες ΜΚ). Εάν οι Σέρβοι bridgewatchers («φύλακες της γέφυρας») σε βλέπουν να περνάς με πινακίδες ΚS, τότε το πιο πιθανό είναι να επιστρέψεις πίσω (εάν επιστρέψεις) χωρίς το αυτοκίνητο… Μου εξηγούν επίσης ότι ο οδηγός είναι ίσως ένας από τους λίγους Αλβανούς που μένουν στη σερβική πλευρά και το πρωί, για να διασχίσει ξανά τη γέφυρα, ώστε να περάσει στην αλβανική πλευρά, θα πρέπει να ξαναβάζει τις πινακίδες…
Στη Μιτρόβιτσα μπορείς να μαζέψεις χιλιάδες παράλογες ιστορίες. Αλλά και ιστορίες ανθρώπων όπως ο Μπεκίμ και ο Γιέσα. Αλβανός ο ένας, Σέρβος ο άλλος. Ο Μπεκίμ γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Μιτρόβιτσα. Λέει πως μέχρι το 1990 Σέρβοι και Αλβανοί συνυπήρχαν αρμονικά. «Όταν ήρθε ο Μιλόσεβιτς άρχισαν να διώχνουν τους Αλβανούς από τις κρατικές επιχειρήσεις. Μας χώρισαν και στο σχολείο. Οι Σέρβοι έκαναν μάθημα το πρωί, εμείς το απόγευμα. Μέχρι που οι Αλβανοί αποχώρησαν από το εκπαιδευτικό σύστημα, θεωρώντας το ταπεινωτικό. Τότε άρχισε η καχυποψία να μπαίνει στις ψυχές μας», αφηγείται. Ο ίδιος κληρονόμησε από τον πατέρα του ένα χρυσοχοείο και ένα κομμωτήριο. «Δεν ήμουν πλούσιος, δεν ήξερα όμως τι σημαίνει φτώχεια». Όλα αυτά μέχρι τις 4 Απριλίου του 1999. «Είχαν ήδη αρχίσει οι βομβαρδισμοί του ΝΑΤΟ όταν οι Σέρβοι στρατιώτες ήρθαν στο σπίτι και μας είπαν “έχετε πέντε λεπτά για να τα μαζέψετε και να φύγετε στην Αλβανία”. Μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα μου, με ένα ατελείωτο καραβάνι Αλβανών, πήραμε τους δρόμους… Οι γονείς μου συνέχισαν τον δρόμο, εγώ κρύφτηκα σε ένα χωριό μέχρι την ημέρα που τελείωσε ο πόλεμος…». Ο Μπεκίμ γύρισε στη Μιτρόβιτσα στις 20 Ιουνίου. «Βρήκα το σπίτι μου καμένο. Ήθελα να πάω να δω τι απέγιναν τα μαγαζιά μου αλλά η γέφυρα ήταν κλειστή. Η πόλη είχε χωριστεί στα δυο. Επί ένα χρόνο έμενα σε σκηνή. Με τα χρήματα που μου έστειλε ο αδελφός μου από την Ολλανδία και δουλεύοντας για διάφορους διεθνείς οργανισμούς ως οδηγός κατάφερα να μαζέψω χρήματα και ξαναέχτισα το σπίτι»… Ο Μπεκίμ μένει σήμερα στη Νότια Μιτρόβιτσα. Τα ένα μαγαζί του στη Βόρεια Μιτρόβιτσα είναι καμένο, το άλλο το έχει καταλάβει κάποιος Σέρβος…
Μία φιλία ενάντια στο ρεύμα
Ο ΓΙΕΣΑ δεν γεννήθηκε στη Μιτρόβιτσα. Γεννήθηκε στο Πετς (κοντά στην Πρίστινα) και μεγάλωσε στο σπίτι του παππού του στο χωριό Ντέβεντ Γιούγκοβιτς. Οι Σέρβοι ήταν λίγοι στο χωριό και από μικρός ο Γιέσα έμαθε και αλβανικά. «Αφού έκανα παρέα κυρίως με Αλβανάκια», λέει. Το πρώτο ράγισμα ανάμεσα σε Σέρβους και Αλβανούς το ένιωσε όταν οι Αλβανοί άρχισαν να διαδηλώνουν στους δρόμους. «Τότε σπούδαζα στην Πρίστινα. Δεν κατάλαβα πολλά πράγματα όμως, γιατί με ενδιέφεραν περισσότερο τα κορίτσια παρά η πολιτική… Μόνο μια φορά θυμάμαι, όταν κατέβαινα στο χωριό, ο οδηγός του λεωφορείου μού είπε να το βουλώσω και να μη μιλήσω σέρβικα… Ο παππούς μου πέθανε και μου έμεινε το σπίτι στο χωριό… Όταν ξέσπασε ο πόλεμος μετακόμισα αρχικά στο σπίτι της μάνας μου, στο Πετς. Θυμάμαι την ημέρα που είδα τους Αλβανούς να εγκαταλείπουν μαζικά την πόλη. Τότε αποφάσισα να πάω στο Βελιγράδι, στη θεία μου… Επέστρεψα όταν τελείωσε ο πόλεμος. Το σπίτι το είχαν καταλάβει οι Αλβανοί και η μάνα μου είχε καταφύγει στο μοναστήρι του Πετς, για να γλιτώσει. Κατέβηκα στο χωριό. Και εκεί το σπίτι το είχαν καταλάβει οι Αλβανοί. Έπαθα σοκ όμως όταν είδα ότι τα σπίτια των Αλβανών ήταν όλα καμένα… Βρήκα τη μάνα μου ύστερα από περίπου ένα μήνα και αποφασίσαμε να πάμε στη Μιτρόβιτσα, όπου είχαμε το εξοχικό μας. Οι Σέρβοι από όλες τις περιοχές του Κοσόβου μαζεύονταν τότε στη Βόρεια Μιτρόβιτσα για να γλιτώσουν από την εκδίκηση των Αλβανών, που επέστρεφαν μετά την αποχώρηση του σερβικού στρατού…».
Ο ΜΠΕΚΙΜ και ο Γιέσα είναι φίλοι και δουλεύουν μαζί για το Δανέζικο Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες. Ένας Σέρβος και ένας Αλβανός, που μιλούν και τις δυο γλώσσες, προσπαθούν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους πάνω στα ερείπια. Δυο φίλοι σε μια πόλη που δεν έχει πλέον θέση για τις καλές παλαιές μνήμες… Έχει πέσει το λυκόφως και τα φώτα ανάβουν. Λουσμένη στο φως, η Μιτρόβιτσα φαίνεται σαν μια πανέμορφη γυναίκα, γερασμένη πρόωρα, κακοποιημένη, που προσπαθεί να κρύψει τις πληγές της. Ακόμα και η γέφυρα του μίσους, φωτισμένη με τα μπλε φώτα, ομορφαίνει και καταφέρνει να κρύψει, έστω και για λίγο, το μίσος που κανείς δεν κατάλαβε πώς άρχισε και κανείς δεν ξέρει πότε θα τελειώσει…
ΥΓ. Ευχαριστώ για την πολύτιμη βοήθεια τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ανασυγκρότηση των Βαλκανίων.