Στη μαύρη λίστα της ρύπανσης, μαζί με αρκετές χώρες της Ασίας που θεωρούνται από τις πιο ρυπασμένες στον πλανήτη, κατατάσσεται η Ελλάδα: οι συγκεντρώσεις των καρκινογόνων μικροσωματιδίων ΡΜ10 στην Αθήνα ξεπερνούν τα 40 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο αέρα (40 μικρογραμμάρια είναι το όριο μέσης ετήσιας συγκέντρωσης στην Ευρώπη), όπως συμβαίνει σε αρκετές μεγαλουπόλεις στην Ασία.

Μ άλιστα οι κακές επιδόσεις της Αθήνας επιβεβαιώνονται και από τις μετρήσεις που δημοσιεύει το ΥΠΕΧΩΔΕ για το 2005. Στους 4 από τους 6 σταθμούς μέτρησης στην πρωτεύουσα οι συγκεντρώσεις των ΡΜ10 υπερβαίνουν τα 40 μικρογραμμάρια και φτάνουν έως τα 54. Ακόμα πιο βρώμικο αέρα αναπνέουν οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης. Όπως δείχνουν οι μετρήσεις, οι μέσες ετήσιες συγκεντρώσεις μικροσωματιδίων ΡΜ10 φτάνουν έως και τα 66 μικρογραμμάρια.

Η Μπανγκόκ
Σύμφωνα με τα στοιχεία πρόσφατης έρευνας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας που ανακοινώθηκε στην Ινδονησία, παρόμοια επίπεδα

ΚΑΘΑΡΟΤΕΡΟ ΑΕΡΑ

αναπνέουν οι κάτοικοι του Παρισιού, του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης που βρίσκονται πολύ κοντά στο όριο ασφαλείας για τα ΡΜ10 που προτείνει ο ΠΟΥ

ρύπανσης με τα ελληνικά εμφανίζει η Μπανγκόκ (40,6 μικρογραμμάρια), το Χονγκ Κονγκ (55), η Σεούλ (60) και το Λος Άντζελες (43). Μικρότερες συγκεντρώσεις ΡΜ10 έχουν το Τόκιο (35 μg/m) και η Σιγκαπούρη (30). Πρωταθλήτρια πόλη στη ρύπανση πάντως αναδεικνύεται το Πεκίνο, όπου οι συγκεντρώσεις των ΡΜ10 χτυπάνε κόκκινο και αγγίζουν τα 142 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο αέρα.

Αντίθετα, καθαρότερο αέρα αναπνέουν οι κάτοικοι του Παρισιού, του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης. Τα στοιχεία δείχνουν ότι στην Πόλη του Φωτός οι συγκεντρώσεις μικροσωματιδίων είναι μόλις 22 μικρογραμμάρια, στην αγγλική πρωτεύουσα 24 και στη Ν. Υόρκη 27. Συγκεντρώσεις που βρίσκονται πολύ κοντά στο όριο ασφαλείας για τα ΡΜ10 που προτείνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, δηλαδή στα 20 μικρογραμμάρια. Καλύτερες επιδόσεις σε σύγκριση με την Αθήνα παρουσιάζουν κι άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Για παράδειγμα στη Στοκχόλμη οι συγκεντρώσεις των ΡΜ10 είναι μόλις 15 μg/m, στο Ελσίνκι 25 και στη Μαδρίτη 32 μg/m.


Ελπίδες από το φυσικό αέριο

Η ΧΡΗΣΗ πετρελαίου με χαμηλή περιεκτικότητα σε θείο αλλά και η ευρεία χρήση φυσικού αερίου είναι δύο από τις λύσεις που έχουν δοκιμαστεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες για τον περιορισμό των αιωρούμενων σωματιδίων, τις οποίες προτείνουν οι ειδικοί και για την Ελλάδα. Τα αυτοκίνητα
Όπως τονίζουν οι επιστήμονες, τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα παρατηρείται αύξηση των αυτοκινήτων που χρησιμοποιούν πετρέλαιο, χωρίς όμως παράλληλα να είναι διαδεδομένη η χρήση πετρελαίου με χαμηλή περιεκτικότητα σε θείο. Γι΄ αυτόν το λόγο, προσθέτουν, θα πρέπει να εντατικοποιηθούν οι έλεγχοι στις πηγές καύσης πετρελαίου, δηλαδή στα οχήματα αλλά και τις βιομηχανίες.

Επιπλέον, οι ειδικοί αναφέρουν πως στην Ελλάδα έχει καθυστερήσει αρκετά η χρήση του φυσικού αερίου- τόσο η οικιακή όσο και η βιομηχανική. Σημειώνεται ότι ακόμη και σήμερα πολλά μεγάλα δημόσια κτίρια, όπως σχολεία, δεν έχουν συνδεθεί με το δίκτυο του φυσικού αερίου αλλά χρησιμοποιούν πετρέλαιο για τη θέρμανση.

Πρακτική, που όπως λένε, θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά στη μείωση εκπομπής μικροσωματιδίων.

Ενδεικτικό είναι άλλωστε ότι το χρονικό διάστημα 1990-2001, όπως δείχνουν στοιχεία της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος, μόνο η Ελλάδα και η Πορτογαλία αύξησαν την εκπομπή μικροσωματιδίων ΡΜ10, ενώ οι υπόλοιπες χώρες έχουν προχωρήσει σε μείωση των ρύπων περίπου κατά 30%!


Η πετρελαιοκίνηση αυξάνει τους ρύπους

ΕΙΝΑΙ... ΛΕΠΤΑ αλλά ταυτόχρονα απειλητικά: πρόκειται για τα μικροσωματίδια ΡΜ1, τους ρύπους που οι επιστήμονες χαρακτηρίζουν λεπτόκοκκους και οι οποίοι εξελίσσονται σε νέα απειλή για το περιβάλλον και την υγεία των πολιτών της Αθήνας. Και όπως τονίζουν οι ειδικοί, μία από τις βασικότερες αιτίες για την εμφάνιση και τα υψηλά επίπεδα συγκεντρώσεων των μικροσκοπικών ρύπων είναι η πετρελαιοκίνηση.

Τα αποτελέσματα των τελευταίων μετρήσεων της επιστημονικής ομάδας από τη Σχολή Χημικών Μηχανικών του Μετσόβιου Πολυτεχνείου (υπό την εποπτεία του καθηγητή Ν. Σπυρέλλη με επιστημονική υπεύθυνο την επίκουρη καθηγήτρια κ. Α. Χαλουλάκου) δείχνουν ότι οι συγκεντρώσεις των πλέον λεπτόκοκκων σωματιδίων, διαμέτρου κάτω του 1 εκατομμυριοστού του μέτρου (ΡΜ1), είναι ιδιαίτερα υψηλές.

Μάλιστα, «αν και μέχρι στιγμής οι μελέτες σχετικά με τη συγκεκριμένη κατηγορία σωματιδίων είναι περιορισμένες σε διεθνές επίπεδο, οι καταγραφόμενες συγκεντρώσεις εμφανίζονται από τις υψηλότερες στην Ε.Ε» αναφέρει η επίκουρη καθηγήτρια κ. Χαλουλάκου. Η μέση συγκέντρωση κυμαίνεται στα 20 μg/m3 παρουσιάζοντας ισχυρή «χωρική ομοιογένεια». Δηλαδή, σταθμοί που έχουν μεγάλη απόσταση μεταξύ τους εμφανίζουν τα ίδια επίπεδα συγκεντρώσεων.

Έτσι, τόσο στη Λυκόβρυση όσο και στο Γουδί, όπου γίνονται μετρήσεις από το Πολυτεχνείο, οι συγκεντρώσεις των λεπτόκοκκων μικροσωματιδίων ΡΜ1 είναι 19 μg/m και 20 μg/m αντίστοιχα. Τα λεπτόκοκκα σωματίδια με διάμετρο μικρότερη του ενός εκατομμυριοστού του μέτρου φτάνουν στο βαθύτερο σημείο των πνευμόνων σε σύγκριση με τα άλλα μικροσωματίδια, γι΄ αυτό θεωρούνται ακόμη πιο επικίνδυνα. Όπως και τα άλλα λεπτόκοκκα μικροσωματίδια, θεωρούνται επικίνδυνα από τους επιστήμονες για την πρόκληση σοβαρών αναπνευστικών και καρδιαγγειακών προβλημάτων.

Οι πηγές
Όπως τονίζουν οι επιστήμονες, η χρήση ορυκτών καυσίμων αποτελεί τον κύριο παράγοντα που καθορίζει τα ατμοσφαιρικά επίπεδα τόσο των λεπτόκοκκων σωματιδίων ΡΜ1 όσο και των ΡΜ2,5. Στην περιοχή της Αθήνας η πλέον σημαντική πηγή παραγωγής αιωρούμενων σωματιδίων θεωρείται η κυκλοφορία των οχημάτων. Κύρια διαδικασία παραγωγής σωματιδίων από την κυκλοφορία αποτελεί η άμεση εκπομπή μαύρου καπνού από τις εξατμίσεις των οχημάτων και ιδιαίτερα των πετρελαιοκίνητων.

Στην Ελλάδα, πάντως, έως τώρα μετρήσεις για τα ΡΜ1 διεξάγονται μόνο από πανεπιστημιακά ιδρύματα. Στοιχεία από νεώτερη και συνεχιζόμενη έρευνα του ΕΜΠ δείχνουν πως τα μέσα ετήσια επίπεδα συγκεντρώσεων των ΡΜ2,5 υπερβαίνουν σταθερά τα 30 μg/m3, τη στιγμή που σε χώρες της Ε.Ε. στην πλειονότητα των σταθμών παρόμοιου τύπου οι συγκεντρώσεις παραμένουν κάτω από 20 μg/m3. Στις ΗΠΑ πάντως το αντίστοιχο όριο για τα ΡΜ2,5 (ισχύει από το 1997)

είναι 15 μg/m3 (μέση ετήσια τιμή).

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένεται να εκδοθεί οδηγία για να τεθεί όριο για τα ΡΜ2,5. Η αρχική πρόταση σχετικά με το ανώτερο επιτρεπτό όριο συγκέντρωσης είναι τα 25 μg/m3 με έτος έναρξης εφαρμογής το 2010.