|
|
«Τώρα θα σας πω την αλήθεια….». Η ώρα ήταν τέσσερις και μισή τα
ξημερώματα χθες, όταν ο 37χρονος κτηνοτρόφος Διονύσης Φούκας έπειτα από δέκα
ώρες ανάκρισης αποφάσισε να μιλήσει. Μέχρι τότε αρνιόταν τα πάντα.
|
| «Πυροβολούσα όποιον έβλεπα μπροστά μου. Πυροβολούσα όποιον έβρισκα», κατέθεσε ο 37χρονος κτηνοτρόφος Διονύσης Φούκας, αφού η βαλλιστική έρευνα και το τεστ DNA τον κατέδειξαν ως δράστη του πενταπλού φονικού
|
Προέβαλλε άλλοθι, περιέγραφε ιστορίες περί ανέμων και υδάτων, πίστευε ακόμη
ότι θα μπορούσε να παραπλανήσει τους αστυνομικούς, που του θύμιζαν ότι ήταν
θέμα ελάχιστων ωρών για να «μιλήσει» το όπλο του.
Μέσα σε ελάχιστα λεπτά όλα είχαν ξεκαθαρίσει με την ομολογία του. «Μου χάλαγαν
τους φράχτες. Τρόμαζαν τα πρόβατα και σκόρπαγαν. Άκουσα τον καβγά με τον
πατέρα μου. Μετά πυροβολισμό. Γύρισα. Πυροβολούσα όποιον έβρισκα μπροστά μου».
«Εγώ το έκανα»
Στο διπλανό δωμάτιο ομάδα άλλων αστυνομικών ανέκρινε τον 73χρονο Λυσίμαχο
Φούκα. Ο ηλικιωμένος κτηνοτρόφος είναι πολύ πιο «σκληρός» από τον γιο του. Δεν
παραδέχεται τίποτα και ζυγίζει πολύ προσεχτικά την κατάσταση όταν οι ανακριτές
τού λένε: «Τελείωσε. Ο γιος σου μας τα είπε όλα». Όταν όμως αρχίζουν να του
μεταφέρουν λεπτομέρειες από την ομολογία, ο Φούκας αλλάζει αμέσως στάση και
επιχειρεί να παίξει το τελευταίο του χαρτί. Ομολογεί και αυτός με τη σειρά του
το πενταπλό έγκλημα. «Εγώ το έκανα, όχι ο γιος μου», λέει, χωρίς να πείσει
κανέναν. Άλλωστε τα ευρήματα από τον τόπο του εγκλήματος δείχνουν τον δράστη.
Το νήμα της υπόθεσης ξετυλίχθηκε από έναν άνθρωπο: τον βοσκό, συγχωριανό της
οικογένειας Φούκα στα Καλύβια Αγρινίου, που ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι ο
Λυσίμαχος και ο Διονύσης Φούκας ήταν οι τελευταίοι άνθρωποι που συνάντησαν
ζωντανούς τους πέντε νεαρούς κυνηγούς.
«Θα γίνει ζημιά»
Αυτός, άλλωστε, τους είχε ειδοποιήσει ότι «κυνηγοί με τα σκυλιά τους έχουν
μπει στο τριφύλλι». «Λυσίμαχε, σκόρπισαν τα πρόβατα. Θα γίνει ζημιά. Τι
κάθεσαι;», είχε πει. Η φήμη για τον συγκεκριμένο διάλογο κυκλοφόρησε στην
περιοχή τις πρώτες κιόλας ώρες μετά την ανεύρεση των πέντε θυμάτων. Ο βοσκός
φέρεται να ήταν μεταξύ των πρώτων που εκλήθησαν από την Αστυνομία για να
επιβεβαιώσει το περιστατικό. Αυτός αρνήθηκε. Από φόβο μήπως έκανε λάθος, από
φόβο εκδίκησης, από φόβο μην μπλέξει. «Προσπαθήσαμε να συλλέξουμε πληροφορίες
και διαπιστώθηκε κάποια, ας πούμε, απροθυμία κατοίκων της περιοχής όσον αφορά
ευθέως στην Αστυνομία να μεταφέρουν πληροφορίες», επισήμανε χθες το μεσημέρι ο
αντιστράτηγος Βασίλης Τσιατούρας, επικεφαλής των ερευνών. «Αρχίσαμε να
σχηματίζουμε έναν κύκλο υπόπτων που θα μπορούσε να έχει σχέση με το αποτρόπαιο
έγκλημα», πρόσθεσε.
Ο μάρτυρας-κλειδί αποφάσισε να καταθέσει στην Αστυνομία τη Δευτέρα το πρωί.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά ο κύκλος των υπόπτων περιοριζόταν σημαντικά.
Άλλωστε στο κτήμα της οικογένειας Φούκα φαινόταν ότι είχε αρχίσει το κακό.
«Εκεί που έγιναν οι δολοφονίες παρατηρήσαμε από την πρώτη στιγμή ότι μέσα σε
ένα χωράφι υπήρχε ένα κοπάδι πρόβατα. Αλλά μέσα σ’ αυτό το χωράφι υπήρχαν και
δύο πτώματα», είπε ο κ. Τσιατούρας. «Εκεί κοντά, υπήρχαν στη σειρά, στον
αγροτικό δρόμο, άλλα τρία πτώματα, σε απόσταση – αν υποθέσουμε μια νοητή
γραμμή από το πρώτο μέχρι το τελευταίο πτώμα, στα εβδομήντα με εκατό μέτρα. Το
σκηνικό που παρατηρούσαμε στον τόπο έδειχνε ότι τα θύματα έκαναν προσπάθεια
διαφυγής. Δηλαδή, απλά, φαίνεται ότι αφού εκεί άρχισε να εκτυλίσσεται κάποιο
περιστατικό, άρχισαν να φεύγουν, να διασκορπίζονται. Με τη σκέψη αυτή και τη
λογική αυτή, κάναμε διάφορες προσαγωγές κατοίκων της περιοχής».
«Μίλησε» το όπλο του και το τραύμα στον ώμο
|
| «Εγώ το έκανα, όχι ο γιος μου», κατέθεσε ο Λυσίμαχος Φούκας, αλλά δεν έπεισε κανέναν
|
ΑΝΑΜΕΣΑ στους πρώτους που προσήχθησαν ήταν ο πατέρας και ο γιος.
Υποστήριξαν ότι ο γιος βρισκόταν με την αδελφή του στο σπίτι και ο πατέρας με
τη μάνα στη στάνη, αλλά δεν είχαν ακούσει πυροβολισμούς γιατί «βέλαζαν τα
πρόβατα». Όμως, προχθές το πρωί, η μαρτυρία του βοσκού αποκάλυψε το ψέμα τους.
«Αυτό για μας ήταν ένα βασικό στοιχείο της έρευνας για να ταυτίσουμε παρουσία
προσώπων στον χώρο του εγκλήματος», σημείωσε ο ο αντιστράτηγος Βασίλης
Τσιατούρας, επικεφαλής των ερευνών.
Ακολούθησαν οι προσαγωγές πατέρα και γιου στην Ασφάλεια Αγρινίου και έγινε
έρευνα στο σπίτι τους. Εκεί βρέθηκαν δύο όπλα, και όπως αποδείχθηκε νωρίς χθες
το πρωί με την ολοκλήρωση της βαλλιστικής εξέτασης, το ένα από τα δύο ήταν το
όπλο του φόνου.
Ταύτιση με DNA
Το ελαφρύ τραύμα από σκάγια που έφερε στη δεξιά κλείδα ο Διονύσης Φούκας είχε
αφήσει «αποτύπωμα» στον τόπο του πενταπλού φονικού: μια κηλίδα αίματος που
είχε εντοπισθεί και ταυτοποιήθηκε με εξέταση DNA. Ένα ακόμη ψέμα του Διονύση
Φούκα προς τους αστυνομικούς, κατά την πρώτη του εξέταση, αφορούσε τον χρόνο
κατά τον οποίο είχε πάει τελευταία φορά για κυνήγι. «Είκοσι μέρες έχω να πάω
για κυνήγι», φέρεται να έχει πει. Όμως, ρούχα του που βρέθηκαν στο σπίτι είχαν
πρόσφατα ίχνη πυρίτιδας, που δεν θα υπήρχαν αν πράγματι έλεγε την αλήθεια.
Και οι γαλότσες
Στη στάνη, εξάλλου, βρέθηκαν και οι λασπωμένες γαλότσες που φορούσε την ώρα
του εγκλήματος – αποτύπωμα πατημασιάς είχε εντοπισθεί κοντά στα πτώματα. Στην
πραγματικότητα, όπως έλεγαν έμπειροι αξιωματικοί, η υπόθεση ήταν σχετικά
εύκολο να εξιχνιασθεί από τη στιγμή που είχε γίνει ένα βασικό πράγμα, το
οποίο, ωστόσο, έχει αποδειχθεί ότι δεν είναι πάντοτε αυτονόητο για την
Ελληνική Αστυνομία: ο τόπος του εγκλήματος διατηρήθηκε ανέπαφος. «Τα στοιχεία
που συλλέξαμε και η λογική του χώρου μάς οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι αυτό που
συνέβη εκεί, είχε σχέση με την περιοχή, με τους ανθρώπους της περιοχής», είπε
ο κ. Τσιατούρας.


