Ήρθε στην Ελλάδα από τη Γεωργία σε ηλικία 21 ετών μαζί με την εξάχρονη –

τότε – κόρη της. «Τα πόδια της δεν την άφηναν να φύγει», όμως τελικά άφησε

πίσω της έναν ρημαγμένο γάμο και μια ταραγμένη φτωχή πατρίδα, αποφασισμένη να

δουλέψει μαζί με τη μάνα της, καθαρίστρια σε σπίτια. Τέσσερα χρόνια αργότερα η

Τάμτα Γκοντουάτζε, κατά κόσμον… σκέτο Τάμτα, έγινε μία από τις ελάχιστες

μετανάστριες της Ανατολικής Ευρώπης που κατάφερε να κατακτήσει το… ελληνικό

όνειρο.

Πτυχιούχος της Σχολής Αγγλικής και Ρωσικής Φιλολογίας της Τιφλίδας, με σπουδές

στο πιάνο, το μπαλέτο και το θέατρο, έγινε γνωστή από τον μουσικό διαγωνισμό

Super Idol στον οποίο συμμετείχε και πλέον είναι μια τραγουδίστρια που έχει

πάρει τον δρόμο προς την επιτυχία. H Τάμτα, πάντως, θεωρεί τις δυσκολίες που

πέρασε στη ζωή της πολύτιμες εμπειρίες.

«Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ καλά και πολύ χαρούμενα. H οικογένειά μου δεν

ήταν πολύ πλούσια, αλλά δεν μου έλειπε τίποτα. Από πέντε χρόνων τραγουδούσα

στο παιδικό συγκρότημα στη Γεωργία. Ήμασταν δώδεκα παιδιά κι όλοι έπαιζαν

κάποιο όργανο. Στα έξι συμμετείχα στο πρώτο μου φεστιβάλ στην Αγία Πετρούπολη.

Πηγαίναμε παντού, στη Σοβιετική Ένωση, στο εξωτερικό και βραβευτήκαμε πολλές

φορές. Παράλληλα, έκανα επτά χρόνια πιάνο, τέσσερα χρόνια γεωργιανό μπαλέτο

και ήμουν δύο χρόνια στο μουσικό θέατρο, με το οποίο μάλιστα πήραμε το πρώτο

βραβείο στο φεστιβάλ της Γερμανίας».

H ζωή της άλλαξε όταν παντρεύτηκε, μόλις στα 14 χρόνια της, ενώ λίγο πριν

κλείσει τα 15 γέννησε την κόρη της, Άννυ. «Αυτό είναι πολύ συνηθισμένο στη

Γεωργία, καλώς ή κακώς. Εγώ το παράκανα, βέβαια. Στα 16 – 17 δεν σου…

τραβάνε τα μαλλιά οι γονείς. Εγώ όμως ήμουν πολύ μικρή, αλλά επειδή πάντα

έκανα αυτό που ήθελα, παντρεύτηκα. Ήταν η πρώτη φορά που ερωτεύτηκα και νόμιζα

ότι αυτό ήταν. Όπως φαίνεται δεν ήταν, αλλά δεν μπορώ να πω και κάτι αρνητικό

για τη ζωή μου αυτή, γιατί υπάρχει ένα παιδί. Πήγα βέβαια αφού παντρεύτηκα στο

πανεπιστήμιο, αλλά άφησα αυτά που αγαπούσα, τη μουσική, το θέατρο».

Καθαρίστρια με δύο πτυχία. Το ίδιο διάστημα τελείωσε ο πόλεμος κι

άρχισαν οι ταραχές στη Γεωργία. Τότε στερήθηκε τη μητέρα της, που ήδη

χωρισμένη από τον πατέρα της, αναγκάστηκε να έρθει στην Ελλάδα για να βρει

δουλειά και να στέλνει λεφτά στα παιδιά της. «H μαμά μου, όπως κάθε γυναίκα

που ερχόταν από τέτοιες χώρες, δούλευε χρόνια σε μία οικογένεια και μετά σε

άλλες, παρ’ όλο που έχει δύο διπλώματα, Βιολογίας – Χημείας και Δασολογίας.

Αναγκάστηκε να δουλεύει ως καθαρίστρια και πιστεύω ότι κάθε μάνα αυτό θα έκανε

αν δεν έβλεπε άλλη λύση. Πλέον δουλεύει πολύ λιγότερο, αλλά ακόμα δεν είμαι σε

θέση να στηρίξω όλη την οικογένεια. Κάποια στιγμή θα γίνει κι αυτό».

H Τάμτα ακολούθησε τη μητέρα της έξι χρόνια αργότερα, το 2002, όταν ο εφηβικός

της γάμος διαλύθηκε. «Ήθελα να ξεφύγω. Ήθελα να ξεχαστώ και να είμαι δίπλα στη

μάνα μου. Και πού αλλού θα πήγαινα με το παιδί στην πλάτη μου…».

Πολλές δυσκολίες. Το πρώτο διάστημα στην Αθήνα οι δυσκολίες της ήταν

τρομακτικές. «Δεν μιλούσα τη γλώσσα. Δεν δούλευα, ήμουν στο σπίτι, όπου όλοι

μιλούσαν στα γεωργιανά. H κόρη μου είχε πρόβλημα περισσότερο να προσαρμοστεί,

αλλά το ξεπέρασε γρήγορα. Όταν ήρθε, πήγε αμέσως στο νηπιαγωγείο, για να μάθει

ελληνικά. Δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με κανένα παιδί και δεν καταλάβαινε.

Ό,τι κακό έκαναν τα άλλα παιδιά, το φόρτωναν στην Άννυ. Και ήταν και δύσκολη η

θέση μας. Για μερικούς μήνες ταλαιπωρήθηκε πάρα πολύ».

H φτώχεια που είχε συνηθίσει γύρω της στη Γεωργία τη βοήθησε να αντιμετωπίσει

τα δύσκολα οικονομικά της. «Έβλεπα τόση φτώχεια και τόση πείνα, που κι αυτό

έγινε συνήθεια. Όχι, δεν ήταν δύσκολα για μένα, γιατί έχω πάρει δύναμη από τη

μάνα μου. Άλλωστε, δεν με άφησε πολύ να καταλάβω τη φτώχεια. Όταν καταλάβαινε

ότι ήθελα κάτι πολύ, έκανε τα πάντα για να μου το πάρει».

Από την TV στο όνειρο. Επί σχεδόν δύο χρόνια από τη στιγμή που ήρθε

στην Ελλάδα «έμεινε σπίτι, έβλεπε τηλεόραση». «Μόνη λύση για να δουλέψω ήταν

να κάνω ό,τι και η μάνα μου. Από ένα σημείο και μετά παρακαλούσα τη μάνα μου

να μου βρει μια δουλειά, έστω για δύο ώρες. Δεν με άφησε, γιατί πάντα ήθελε

κάτι καλύτερο για μένα. Κάποια στιγμή με πολλή πίεση βρήκα ένα παιδί, το οποίο

κρατούσα λίγες ώρες τη μέρα. Αλλά έμεινα μόνο δύο μήνες, γιατί μετά μπήκα στο

Super Idol».

H απόφαση για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό ταλέντων ήταν της μητέρας της. «Με

το που βλέπω κάμερες, λέω “μαμά, πού μ’ έφερες;”. Έπρεπε να πούμε ένα ελληνικό

κι ένα ξένο τραγούδι, εγώ όμως δεν ήξερα ελληνικά. Τελικά είπα την ελληνική

διασκευή ενός ξένου κομματιού, με στίχους που μου έγραψαν με λατινικά

γράμματα. Νόμισα ότι δεν θα περνούσα, αλλά τελικά με πήραν».

«Ό,τι έχω περάσει ήταν μια εμπειρία»

Το αισιόδοξο χαμόγελο, το καθαρό βλέμμα και η σταθερή, σίγουρη φωνή δεν

αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία ότι η Τάμτα είναι ένας άνθρωπος που ζει

έντονα, ρουφά την κάθε στιγμή της ζωής. Και όταν κοιτά πίσω δεν βλέπει λάθη,

μόνο εμπειρίες.

Απέκτησες παιδί ενώ και εσύ ήσουν παιδί…

Αν την είχα γεννήσει 30 χρόνων και περνούσα την ίδια ζωή, πιστεύω ότι θα ήταν

το ίδιο ακριβώς. Επειδή το έκανα σε μικρή ηλικία μάλλον μ’ έχει βοηθήσει,

γιατί έκανα πολλά πράγματα χωρίς να το σκεφτώ πολύ. Απλά όταν κλαίει το παιδί

κι εσύ είσαι 14 και θέλεις να κοιμηθείς είναι λίγο δύσκολο. Φυσικά, δεν λέω

στα παιδιά να παντρευτούν σε τόσο μικρή ηλικία…

Τι στερήθηκες περισσότερο;

Έχω χάσει τα καλύτερα χρόνια. Για παράδειγμα, όταν σπουδάζαμε, οι φίλες μου

μετά τα μαθήματα πήγαιναν για καφέ κι εγώ πήγαινα να πάρω την κόρη μου από το

νηπιαγωγείο. Τότε κάπως με πείραζε, πλέον όμως όχι, γιατί το κάνω τώρα. Μόνο η

Γεωργία μού λείπει και οι φίλοι μου. Αυτό είναι κάτι που δεν θα σταματήσει.

Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή της ζωής σου;

Να φύγω από τη Γεωργία. Το ήθελα, αλλά πάλι έμεναν τα πόδια μου εκεί.

Ένιωσες ποτέ απελπισία, ότι τίποτα δεν πάει καλά;

Όταν ήρθα στην Ελλάδα, αλλά για λίγο. Μόλις είδα τη μάνα μου και συνήθισα,

είπα δεν χάνομαι. Δεν πέφτω εύκολα, ευτυχώς. Είμαι πολύ αισιόδοξος άνθρωπος κι

αυτό σε κάνει να νιώθεις πολύ ευτυχισμένος.

Έχεις μετανιώσει για κάτι;

Δεν έχω μετανιώσει για τίποτα στην προσωπική μου ζωή. Μικρά πράγματα, ίσως.

Ό,τι έχω περάσει ήταν μια εμπειρία. Τότε τα έβλεπα ίσως πιο δύσκολα, όμως τώρα

τα βλέπω πολύ καλά, γιατί μαθαίνεις.

Πώς βλέπεις το μέλλον;

Δεν κοιτάω πολύ μακριά. Δεν κάνω μακρινά όνειρα. Ζω κάθε μέρα όπως είναι και

ελπίζω για το καλύτερο μέλλον.