ΑΙΣΙΟ ΤΕΛΟΣ στην πολυετή δικαστική διαμάχη μεταξύ του προσωπικού των

νοσηλευτικών ιδρυμάτων και του ελληνικού Δημοσίου, με αντικείμενο τη

διεκδίκηση της πρόσθετης αμοιβής που καθιερώθηκε το 1976 και καταργήθηκε το

1981, δίνει το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, επιλύοντας έτσι τη διαφωνία μεταξύ

της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και της Ολομέλειας του Συμβουλίου της

Επικρατείας.

Με την υπ’ αριθμόν 10/2005 απόφασή του, το ΑΕΔ δίνει το δικαίωμα σε 70.000

εργαζομένους στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας να διεκδικήσουν αναδρομικά, από

1ης Ιανουαρίου 2002, πρόσθετη μηνιαία αμοιβή που αντιστοιχεί σε περίπου 50

ώρες εργασίας, προς περίπου 4,5 ευρώ την ώρα για εργαζόμενο Μέσης Εκπαίδευσης.

H επιπλέον αμοιβή είχε καθιερωθεί τον Ιανουάριο του 1976 με σκοπό την

προσέλκυση ατόμων στον νοσηλευτικό κλάδο, λόγω της ιδιαίτερης φύσης της

λειτουργίας των νοσοκομείων και των χαμηλών αποδοχών του νοσηλευτικού

προσωπικού. Ο νόμος που αφορούσε το προσωπικό που εργάζεται 8ωρο καταργήθηκε

το 1981, όταν θεσμοθετήθηκε η πενθήμερη απασχόληση του νοσηλευτικού

προσωπικού, καθώς κρίθηκε ότι έπαψε να πληρούται η προϋπόθεση περί 8ωρης

απασχόλησης.

Έκτοτε άρχισε δικαστική διαμάχη για τη διεκδίκηση της πρόσθετης αμοιβής. Με το

ζήτημα αυτό είχαν ασχοληθεί τόσο ο Άρειος Πάγος όσο και το ΣτΕ, εκδίδοντας

ωστόσο αλληλοσυγκρουόμενες αποφάσεις, όπως ακριβώς έχει συμβεί και στην

περίπτωση του ΛΑΦΚΑ, το οποίο επίσης έχει παραπεμφθεί προς επίλυση στο Ανώτατο

Ειδικό Δικαστήριο.

H Ολομέλεια του Αρείου Πάγου είχε κρίνει ως απαραίτητη προϋπόθεση για την

καταβολή της πρόσθετης αμοιβής την οκτάωρη ημερήσια απασχόληση του

νοσηλευτικού προσωπικού, ανεξάρτητα από το εκάστοτε ισχύον νόμιμο ωράριο

εργασίας.

Αντιθέτως, η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε ότι « δικαιούνται την πρόσθετη αμοιβή

όσοι απασχολούνται σε θέσεις προσωπικού νοσηλευτικών ιδρυμάτων, το οποίο κατά

την έναρξη ισχύος του N. 201/1975 είχε υποχρέωση 8ωρης απασχόλησης». H

μεταγενέστερη μείωση του ωραρίου, υπογράμμιζε το ΣτΕ, δεν συνεπάγεται την

κατάργηση ή την μείωση της πρόσθετης αυτής αμοιβής. Υπέρ αυτής της άποψης

τάχθηκε τώρα το ΑΕΔ με την υπ’ αριθμ. 10/2005 απόφασή του, δίνοντας οριστική

λύση στο θέμα.