Το ταλέντο του στις γυναικείες μεταμφιέσεις ξεδίπλωσε ο Τάκης Ζαχαράτος, σε

μια εκπομπή ανάμεσα σε καμπαρέ και τηλεοπτικό σπαγγέτι σόου, επιχειρώντας να

πρωτοτυπήσει στη ζώνη του Σαββατόβραδου

H εκδοχή του «Ζω ένα δράμα» (Mega) – έμμεση πλην σαφής σάτιρα της αδυναμίας

της φυλής στο τραγικό – είναι ένα είδος καμπαρέ-ντραγκ κούιν-σόου-σπαγγέτι, με

τον Τάκη Ζαχαράτο να αλλάζει ρούχα, περούκες, μακιγιάζ, γυναικείους ρόλους, να

χορεύει και να τραγουδάει.

Εγχείρημα παρακινδυνευμένο στις πουριτανικές τηλεοπτικές εποχές μας και πολύ

περισσότερο σε μια «ζώνη» που έχει σφραγιστεί από την αναπαράσταση παλιοπαρέας

σε «μέινστριμ» μπουζουκογλεντζέδικο σεληνιασμό τού «Κοίτα τι έκανες» της

Σεμίνας Διγενή.

Άλλωστε, την έκανε τη σατιρική αναφορά του και ο Ζαχαράτος στην εν λόγω

αντίπαλο εκπομπή, βάζοντας στο στόχαστρο το είδος των καλεσμένων: «σαν πρώην

υπουργός που βρίσκεται στης Σεμίνας με μοντέλα να χοροπηδάει στα πόδια του,

που από την ντίρλα (το μεθύσι) κοντεύει να ξεράσει το μαρούλι που έφαγε

προχθές».

Καλλιτέχνες σαν τον Τάκη Ζαχαράτο αναδεικνύονται σε σκηνές νυχτερινών

κέντρων, ταλαντούχοι στη σατιρική παρλάτα, της οποίας συνήθως στόχοι είναι

κοινωνικά, υποκριτικά ήθη και διασημότητες που τα εκπροσωπούν. Προηγήθηκε ο

Γιώργος Μαρίνος στο είδος, ο οποίος επίσης προσχώρησε στην τηλεόραση, με το

«Τσάο ANT1» και τις αλήστου μνήμης «τσαούσες» του, πολυπληθές μπαλετάκι με

ημίγυμνες νεαρές. Στόχος τότε, ήταν η ενίσχυση «πολίτικλι κορέκτ» μικροαστικών

φαντασιώσεων, εμβαπτισμένων στο ψευδο-γκλάμουρ των τηλεοπτικών σόου σπαγγέτι.

Το «Ζω ένα δράμα» δεν προσποιείται προσφέροντας οικογενειακές

ηδονοβλεπτικές στιγμές. Το θηλυκό στοιχείο αποκτά καταναλωτική διάσταση διά

της μεταμφίεσης σε γυναίκα του παρουσιαστή. H αισθητική ακολουθεί τις πιο

«μίνιμαλ» προδιαγραφές της εποχής, τα κοστούμια υιοθετούν την αυστηρότητα του

μαύρου, ενώ το απαραίτητο κιτς αναλαμβάνουν «διακριτικές» λεπτομέρειες στο

ντεκόρ, όπως οι υπερμεγέθεις γόβες-πολυθρόνες, σε χρώμα μελανί ωστόσο, για να

μην προκαλείται το μάτι. Άλλωστε, τα θεάματα του είδους συνιστούν ένα είδος

ύμνου στα «αξεσουάρ» της θηλυκότητας. Εκείνα που απομονώνονται και βοηθούν τη

μεταμφίεση, τα ακραία.

Τα σόου των μεταμφιέσεων ξεκίνησαν από τα καμπαρέ, για να περάσουν σε

πιο φανταχτερές θεωρήσεις της τραβεστί μεταμφίεσης, σαν φόρο τιμής σε μια

ποθητή κραυγαλέα θηλυκότητα, σε κλειστά κλαμπ ομοφυλοφίλων. Κατόπιν

εξελίχθηκαν σε καλλιτεχνικά σόου για οικογενειακές διασκεδάσεις, όπου η

μεταμφίεση έκρυβε την έννοια του θαυμασμού στην υπερτονισμένη θηλυκότητα κάτω

από τη σάτιρα των γυναικείων μορφών, ιδίως εκείνων που κυριαρχούν με εικόνα

εξουσιαστική – σταρ του σινεμά ή της πίστας, της πολιτικής (αυτές σπανιότερα)

κ.λπ.

Εκείνο που αφαιρεί από την προκλητικότητα της μεταμφίεσης ενός άνδρα σε

γυναίκα είναι το ταλέντο του μεταμφιεζόμενου και δη το σατιρικό, που προσδίδει

καλλιτεχνική αισθητική στο «προϊόν» και το κάνει αποδεκτό από πιο συντηρητικό

κοινό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι μεταμφιέσεις του Λαζόπουλου στους

«Μήτσους».

Ο Ζαχαράτος έχει το ταλέντο και είναι προικισμένος με προσόντα που τον

βοηθούν. Αλλάζει πρόσωπο, κίνηση και φωνή. Γίνεται ο ρόλος του. Και στο σόου

οι μιμήσεις γυναικείων χαρακτήρων αλλεπάλληλες. Στο στόχαστρο οι «ξανθιές»

πλην ανόητες, η «πλουσία-με-το-Γκούτσι» του μαζωνάκειου άσματος, άλλωστε ήταν

καλεσμένος και ο Μαζωνάκης, μία σκυλού στην πίστα, αλλά και νεαρή, κόρη

πλούσιου από μεξικάνικη σαπουνόπερα.

Ωστόσο, παρά την καλλιτεχνική αρτιότητα και το χαριτωμένο ιδιαίτερο στυλ του

μίμου, που κατάφερε την τέλεια μίμηση του βουγιουκλάκειου, υποκριτικού

ιδιώματος, την ξανθιά, μπουκλωτή περούκα την έχουμε ξαναδεί σε πλήθος

σατιρικές μιμήσεις μεξικάνικης σαπουνόπερας, που άλλωστε δεν είναι πλέον

σουξέ.

Ριαλιτοπολτός και καλλιτεχνικά «καλιαρντά»

H ικανότητα του Ζαχαράτου να πλάθει τη στάση του σώματος και τις εκφράσεις

του προσώπου με τελειότητα τέτοια που μόνο η γνώση ότι δεν ανήκουν σε

πραγματική γυναίκα τα κάνει καρικατούρες, του δίνει τη σφραγίδα του

καλλιτέχνη. Εκτός του ότι διαθέτει και πολύ καλή φωνή για να τραγουδά.

Αλλά το ριάλιτι έχει διαμορφώσει μια αισθητική «καθημερινού», που

ανταποκρίθηκε στις αλλαγές της διάθεσης του κοινού για θέαμα, στο οποίο να

«καθρεφτίζεται» το ίδιο και ο καλλιεργημένος συστηματικώς συντηρητισμός του.

Μέσα στον τηλεοπτικό ριαλιτοπολτό η χροιά περιθωριακού είδους διασκέδασης,

έστω και με γλάσο καλλιτεχνικής μαζικότητας, χάνει την επαναστατική ιδιομορφία

της.

Όσο για την προσεκτική χρήση χαρακτηριστικών λέξεων που ανήκουν στο

γλωσσικό ιδίωμα των ομοφυλοφίλων – π.χ. καούκα αντί περούκα, τζους αντί

εξαφανίσου, «σπάσε» κ.λπ. – καταλήγει σε αποδυνάμωση του κοινωνικού ρόλου τού

εν λόγω κώδικα. Δυστυχώς – ή ευτυχώς – ο ακουστικός εθισμός του κοινού δεν

ταυτίζεται με την αποδοχή της κοινωνικής κατηγορίας που χρησιμοποιεί αυτό το

γλωσσικό ιδίωμα.