Ακριβότερη δόση έχουν να πληρώνουν όσοι δανείζονται με σταθερό επιτόκιο.
Γι’ αυτό οι ειδικοί προτρέπουν τους δανειολήπτες να προτιμούν δάνεια με
κυμαινόμενο επιτόκιο.
|
|
Τα κυμαινόμενα επιτόκια στα στεγαστικά δάνεια εξακολουθούν να συμφέρουν, καθώς
παραμένουν σε αρκετά χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με τα σταθερά. Παράλληλα η
άνοδος των επιτοκίων του ευρώ φαίνεται ότι καθυστερεί, λόγω των χαμηλών ρυθμών
ανάπτυξης στην ευρωζώνη. Αυτό σημαίνει ότι θα καθυστερήσει και η άνοδος των
επιτοκίων των τραπεζικών δανείων που θα οδηγούσε σε αύξηση της μηνιαίας
επιβάρυνσης για όσους έχουν δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Έτσι, τραπεζικά στελέχη συνεκτιμώντας τις εξελίξεις στο μέτωπο των επιτοκίων
συνιστούν στους υποψήφιους δανειολήπτες να προτιμούν δάνεια με κυμαινόμενο
επιτόκιο όταν πρόκειται για δάνεια μικρής διάρκειας. Τη λύση του κυμαινόμενου
επιτοκίου προκρίνουν τα τραπεζικά στελέχη και για τα δάνεια μεγαλύτερης
διάρκειας, με βάση τα σημερινά δεδομένα.
1,5 μονάδα η διαφορά
Ο φόβος των δανειοληπτών για πιθανή αύξηση των επιτοκίων του ευρώ μπορεί να
ξεπεραστεί, παίρνοντας στεγαστικά δάνεια με σταθερό επιτόκιο. Όμως, η σιγουριά
για σταθερό επιτόκιο μέχρι τη λήξη του δανείου μάλλον πληρώνεται ακριβά. Και
αυτό γιατί η διαφορά μεταξύ κυμαινόμενου και σταθερού επιτοκίου για μεγάλη
διάρκεια (πάνω από 15 χρόνια) είναι περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα. Σήμερα τα
κυμαινόμενα επιτόκια στα στεγαστικά δάνεια είναι γύρω στο 4,5% και τα σταθερά
για 15 χρόνια γύρω στο 6,5%.
«Ακριβότερο» το σταθερό
Ένα παράδειγμα, το οποίο λαμβάνει την ακραία περίπτωση να αυξηθούν τα επιτόκια
του ευρώ 1,5 μονάδα σε έναν χρόνο είναι χαρακτηριστικό: Έστω ότι κάποιος
δανείζεται 60.000 ευρώ για 15 χρόνια με κυμαινόμενο επιτόκιο 5%. Τότε η
μηνιαία δόση υπολογίζεται σε 475 ευρώ. Αν επιλέξει σταθερό επιτόκιο 6,5%, τότε
η μηνιαία δόση υπολογίζεται σε 523 ευρώ. Δηλαδή, με το σταθερό πληρώνει 48
ευρώ τον μήνα περισσότερο. Αυτό σε ετήσια βάση οδηγεί σε επιβάρυνση 576 ευρώ.
Το κόστος αλλαγής δανείου
Στο μεταξύ οι τράπεζες έχουν δημιουργήσει σειρά προγραμμάτων που με μικρό ή
καθόλου κόστος μπορεί να μετατρέψει ο δανειολήπτης το κυμαινόμενο επιτόκιο του
στεγαστικού δανείου σε σταθερό. Συνήθως το κόστος αυτό είναι γύρω στα 150
ευρώ. Το ποσό αυτό καταβάλλεται άπαξ. Αντίθετα, η αλλαγή του επιτοκίου από
σταθερό σε κυμαινόμενο μπορεί να κοστίσει περισσότερο και η διαδικασία συνήθως
είναι πιο δύσκολη. Λίγες τράπεζες προβλέπουν άπαξ κόστος για μετατροπή του
επιτοκίου από κυμαινόμενο σε σταθερό. Στις περισσότερες περιπτώσεις το κόστος
προκύπτει από το λεγόμενο «κόστος επανατοποθέτησης». Δηλαδή ο πελάτης πληρώνει
στην τράπεζα την ενδεχόμενη ζημιά που προκύπτει λόγω αλλαγής του επιτοκίου.
Εάν προκύπτει κέρδος για την τράπεζα, δεν ωφελείται ο πελάτης.
Διαφορετικά προγράμματα
Για παράδειγμα, η Alpha Bank μετατρέπει το κυμαινόμενο επιτόκιο σε σταθερό
δωρεάν, ενώ η EFG Eurobank έχει δημιουργήσει το πρόγραμμα «Ευέλικτα
Στεγαστικά» όπου ο δανειολήπτης μπορεί να αλλάζει επιτόκια, διάρκειες, ύψος
μηνιαίας δόσεις, αριθμό δόσεων τον χρόνο κλπ. Επίσης, η Εθνική Τράπεζα έναντι
ενός ποσού (γύρω στα 150 ευρώ) δίνει τη δυνατότητα να μετατρέπει ο
δανειολήπτης το επιτόκιο του δανείου όσες φορές θέλει. Αντίστοιχα προγράμματα
διαθέτουν και οι άλλες τράπεζες, οι οποίες τα προσφέρουν με διάφορες
παραλλαγές (π.χ. η Aspis προσφέρει πρόγραμμα μεταφοράς υπολοίπου στεγαστικών
δανείων, η Πειραιώς δίνει παράλληλα τη δυνατότητα να πληρώνει ο δανειολήπτης
μόνο τόκο και το κεφάλαιο να το εξοφλήσει αργότερα με σταθερό ή με κυμαινόμενο
επιτόκιο κ.λπ.).
Κυμαινόμενο και σε καταναλωτικά λόγω και της μικρής διάρκειας
Οι εξελίξεις αυτές ανατρέπουν τα δεδομένα που ίσχυαν μέχρι σήμερα και
στην ελληνική αγορά και κάνουν τα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο πιο ελκυστικά
συγκριτικά με τα δάνεια σταθερού επιτοκίου. Οι νέες συνθήκες ευνοούν κυρίως
τους δανειολήπτες δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο – ακόμα και στα καταναλωτικά
– επειδή η διάρκειά τους είναι μικρή. Δηλαδή, η αποπληρωμή τους θα έχει
πιθανότατα ολοκληρωθεί πριν από την αύξηση των κυμαινόμενων επιτοκίων στα
επίπεδα των σταθερών. Συνεπώς, όπως συστήνουν τραπεζικά στελέχη, σε όσα
καταναλωτικά δάνεια τα κυμαινόμενα είναι μικρότερα από τα σταθερά και η
διάρκεια αποπληρωμής είναι μικρή (π.χ. ένα με δύο χρόνια), τότε να προτιμώνται
τα κυμαινόμενα.
