H κ. Όλγα είναι Ελληνίδα από τη Ρωσία – σαραντάρα, αλλά δείχνει μεγαλύτερη.

Δουλεύει σε σπίτια – καθαρισμοί δέκα ώρες την ημέρα. Εγκαταστάθηκε στη Νέα Ζωή

Ασπροπύργου το 1993, σε ένα οικόπεδο που αγόρασε για να χτίσει το σπίτι της με

σκληρές οικονομίες.

«Όταν ήρθαμε εδώ δεν υπήρχε ο καταυλισμός. Οι Τσιγγάνοι ήρθαν μετά το 1995 και

αυθαίρετα έφτιαξαν τα παραπήγματά τους. Ξέρουμε από δυστυχία. Αλλά δεν μπορείς

να ζήσεις πλάι στα σκουπίδια και με τον φόβο της επίθεσης, της ληστείας, των

κλοπών».

Λίγο πιο μακριά, αλλά στην «άλλη όχθη», μια οικογένεια Τσιγγάνων ετοιμάζεται

να εγκαταλείψει το παράπηγμά της. «Υπάρχει ρατσισμός και προκατάληψη εναντίον

μας. Δεν μας θέλουν στην περιοχή. Αυτή είναι η πραγματική αιτία. Τα άλλα είναι

αφορμές», λένε. «Θέλουμε να φύγουμε από τον καταυλισμό, να ζήσουμε καλύτερα»,

λέει η κ. Διονυσία Παναγιωτοπούλου, η οποία μένει στα παραπήγματα της Νάπας.

«Στέλνω τα δύο μικρότερα παιδιά μου στο σχολείο. Το μεγαλύτερο το κοροϊδεύουν,

ντρέπεται. Σταμάτησε να πηγαίνει».

Στους λασπόδρομους

«Όπου δεις κεραμίδι είναι ποντιακό σπίτι, όπου δεις παράπηγμα και μουσαμά, θα

βρεις Τσιγγάνους». Δύο κοινότητες διαφορετικές συμβιώνουν αναγκαστικά στους

χωματόδρομους της Νέας Ζωής Ασπροπύργου. Δύο κόσμοι διαφορετικοί που ζουν

περικυκλωμένοι από λαμαρίνες και παλιoσίδερα, στην υποβαθμισμένη περιοχή με

τους λασπόδρομους, βόρεια της Λεωφόρου ΝΑΤΟ.

Τα επεισόδια των προηγούμενων ημερών δεν ήταν παρά η κορύφωση στις αντιθέσεις,

τις καθημερινές συγκρούσεις και τριβές των δύο κοινοτήτων που έχουν πολλά να

τις ενώνουν, αλλά και περισσότερα να τις χωρίζουν. Κοινό σημείο αναφοράς για

τους ομογενείς από την πρώην Σοβιετική Ένωση και τους Τσιγγάνους είναι η

φτώχεια και η – αναγκαστική – συμβίωση.



«Δεν έχουμε πού να πάμε και μείναμε εδώ…»

Χθες το πρωί, τρεις ημέρες από τα επεισόδια, οι φωτιές που κατέστρεψαν

τις παράγκες στον καταυλισμό των Τσιγγάνων εξακολουθούσαν να καπνίζουν. Μόνο

μία οικογένεια (φωτογραφία αριστερά) εξακολουθούσε να βρίσκεται εκεί. Οι άλλοι

από το ίδιο βράδυ των επεισοδίων μάζεψαν όσα πράγματα μπόρεσαν και έφυγαν,

φοβούμενοι και νέα έκτροπα. «Δεν έχουμε πού να πάμε. Ήρθαμε πρόσφατα από τη

Μυτιλήνη και περάσαμε αυτήν τη λαχταρά. Αν κάποιος έφταιξε σε κάτι δεν πρέπει

να πληρώνουν όλοι», λένε με μια φωνή τα μέλη της μοναδικής οικογένειας που

έμεινε πίσω.

Παγωμένοι, όμως, είναι και οι «γείτονες». Οι οικογένειες των Ποντίων, που

έχτισαν τα σπίτια τους στην περιοχή μετά την παλιννόστησή τους, με επιφυλάξεις

μιλούν για τα καθημερινά τους προβλήματα. Όπως λένε, οι ληστείες, οι κλοπές,

οι επιθέσεις από τους «άλλους» είναι καθημερινή υπόθεση.



«Κοιμόμαστε με βάρδιες»

H 17χρονη Μαρίνα έχει ακόμα τις λάμες στα πόδια της από επίθεση που δέχθηκε

από Τσιγγάνους. «Μού έσπασαν και τον ώμο όταν πήγαν να μου αρπάξουν την

τσάντα»

Αρνείται να πει το όνομά της. Ηλικιωμένη, Ελληνίδα από τη Ρωσία. Ο

άντρας της δουλεύει εργάτης – «όποτε βρει μεροκάματο». Το σπίτι που έφτιαξε

είναι φτωχικό, αλλά φρεσκοβαμμένο και πεντακάθαρο. «Αναγκαζόμαστε με τον άνδρα

μου να κοιμόμαστε με βάρδιες επειδή φοβόμαστε. Έχουμε παιδί στο σπίτι. Εισβολή

στον καταυλισμό δεν έπρεπε να γίνει από τους δικούς μας. Τώρα που τα πράγματα

έφτασαν στα άκρα θα είμαστε ακόμη χειρότερα».

Μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα, τα παιδιά των δύο κοινοτήτων κάθονταν στα ίδια

θρανία. Μετά τα επεισόδια τα περισσότερα παιδιά των Τσιγγάνων σταμάτησαν να

πηγαίνουν στο σχολείο. «Από φόβο», λένε. Βαρύ όμως εξακολουθεί να είναι το

κλίμα και στον κοντινό συνοικισμό Γκορυτσά, όπου επίσης διαμένουν ομογενείς. H

17χρονη Μαρίνα έχει ακόμα τις λάμες στα πόδια της εξαιτίας επίθεσης που

δέχθηκε από Τσιγγάνους στις αρχές Ιανουαρίου. «Μού έσπασαν και τον ώμο – δύο

με ένα κλεμμένο φορτηγό πήγαν να μου αρπάξουν την τσάντα»…

Ο δήμαρχος Ασπροπύργου

Από την πλευρά του ο δήμαρχος Ασπροπύργου κ. Γιώργος Λιάκος μιλάει με

κατηγορηματικό τρόπο για τα «προβλήματα που έχουν δημιουργήσει οι διερχόμενοι

Τσιγγάνοι στην περιοχή». Όπως υποστηρίζει, η αντιπαράθεση δεν ξέσπασε ανάμεσα

σε Πόντιους και Τσιγγάνους δημότες Ασπροπύργου – και αρκείται να τα βάλει με

τους «διερχόμενους σκηνίτες».