Το «Dogville» («Σκυλόπολη») του Λαρς φον Τρίερ ίσως αποδειχθεί ένα από τα πιο

πρωτοποριακά έργα που θα αφήσει πίσω της η εποχή της τεχνολαγνείας. Τολμηρό

μέχρι σκανδάλου, συμπαγές σαν μπετόν αρμέ και εγκεφαλικό σαν το μυαλό της

αφρόκρεμας του περασμένου αιώνα. Όταν το είδα την πρώτη φορά στις Κάννες, στην

ολοκληρωμένη κόπια των τριών ωρών, δεν καταλάβαινα ακριβώς γιατί αλλά μου

κόπηκε η ανάσα. Τη δεύτερη στην Αθήνα με τη συντομευμένη των 2 ωρών και 20

λεπτών (με την οποία δεν αφαιρείται λέπι από την ουσία) κατακυριεύτηκα από τον

πολυεπίπεδο μηχανισμό του. Και κυρίως από την αρχή του: Το πρωτοποριακό και το

καινούργιο, προκύπτει μέσα από την βαθιά και ολοκληρωμένη γνώση του παλιού.

Νέο χωρίς επαφή, ερμηνεία και ανατροπή της παράδοσης δεν υπάρχει. Όπως ακριβώς

συμβαίνει με το μυστήριο της γέννησης και με τον κύκλο της ζωής και του

θανάτου. Το παιδί μέσα από την μάνα του θα βγει.

Θα τα πάρω με τη σειρά, αν και είμαι βέβαιος πως τούτος ο δαιμόνιος και

εξαιρετικά δουλεμένος μηχανισμός χρειάζεται πολλές εφόδους για να αποκαλυφθεί

και να παραδοθεί σε όλο το γυμνό μεγαλείο του. Και όταν λέω «γυμνό» το εννοώ,

γιατί δεν υπάρχει ίχνος οπτικών εφέ και σχεδόν ίχνος κινηματογραφικών

σκηνικών. Όλα συμβαίνουν μέσα σε μια μεγάλη σκηνή και όλα δηλώνουν την

παρουσία τους με χαραγμένες, από κιμωλία, γραμμές. Τα σπίτια, οι κήποι, οι

αυλές, ακόμα και ο σκύλος! Ο λόγος, όπως εγώ το καταλαβαίνω, δεν είναι η

σκανδαλιστική πρωτοτυπία, αλλά μέσα από μια επιστροφή στις αρχέγονες καταβολές

του θεάματος (που εξωτερικά μοιάζει με πρόβα σχολικής παράστασης) η ανάδειξη

της κοινωνικής ουσίας του προχριστιανικού μύθου.

Έχουμε και λέμε: Οι άνθρωποι, η τοπογραφία και η απροσδιόριστη

χρονολογία παραπέμπουν στα θεμέλια της αμερικανικής κινηματογραφικής

μυθολογίας με άξονες, από τη μια, τα «Σταφύλια της οργής» και, από την άλλη,

«Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές». Δηλαδή η κοινότητα μιας χούφτας

ρακένδυτων, λησμονημένων και δυστυχισμένων ανθρώπων, εγκλωβισμένη σε μια μικρή

κοιλάδα περικυκλωμένη από βουνά. Σαν κάποιο αόρατο χέρι να έχει μετακινήσει

τους αποίκους από τον 19ο αιώνα στον εφιάλτη του οικονομικού κραχ του ’29. Τα

απομεινάρια της Γης της Επαγγελίας. Κι όμως εκείνοι εξακολουθούν, καρτερικά,

να υπομένουν και να ελπίζουν.

«Dogville». Ο… Χριστός (Νικόλ Κίντμαν) εμπιστεύεται τις ιδεαλιστικές

επαγγελίες και υποσχέσεις του διανοούμενου και πνευματικού φάρου μιας

κοινότητας, που οι κάτοικοί του από άγγελοι μεταβάλλονται στη συνέχεια σε σατανάδες

Ο πυρήνας της ιστορίας είναι προϊόν διασταύρωσης της χριστιανικής με

την αμερικανική μυθολογία. Προσέξτε τη λειτουργία των προσώπων και τις

μεταβολές κατά τη διάρκεια μιας συνηθισμένης για το αμερικανικό σινεμά

συνάντησης. H Γκρέις (Νικόλ Κίντμαν), μια αλαβάστρινη, νεανική, καλλιεργημένη

και ψυχικά αλλά και πνευματικά συγκροτημένη ύπαρξη, καταφθάνει σ’ αυτή την

κοινότητα, για να βρει σωτηρία από τους διώκτες της. Ο διανοούμενος της

περιοχής, ένα κράμα πάστορα, ιεροκήρυκα και πνευματικού φάρου αυτών των

λησμονημένων… προγόνων, τηρώντας όλους τους τύπους των δημοκρατικών

διαδικασιών, πείθει το ποίμνιό του κι έτσι το ανυπεράσπιστο πλάσμα βρίσκει

προσωρινή προστασία. Προς ανταπόδοση μάλιστα της συλλογικής αλληλεγγύης

προσφέρει σε όλους πάση φύσεως υπηρεσίες. Από καθαρίστρια μέχρι δασκάλα των

παιδιών τους. Με την εμφάνιση όμως της εξουσίας (σερίφης και πράκτορες του

FBI) και με την τοιχοκόλληση μιας αφίσας που την επικηρύσσει, όλα αλλάζουν. H

Γκρέις από εργαζόμενη μεταμορφώνεται σε… μπαρμπα-Θωμάς Την αναγκάζουν να

δουλεύει νυχθημερόν με διπλή βάρδια, την προπηλακίζουν και οι αρσενικοί την

επισκέπτονται και την βιάζουν. Στο τέλος μάλιστα τις φοράνε χάλκινο κουδούνι

και την αλυσοδένουν για να μην τους φύγει. Εκείνη με καρτερικότητα ιερομάρτυρα

υπομένει τα πάνδεινα και με γενναιοδωρία Χριστού προσφέρει άφεση αμαρτιών

στους βασανιστές της. Υπακούοντας μάλιστα τον διανοούμενο που είναι

ερωτευμένος μαζί της αλλά που δεν τολμάει να της κάνει έρωτα, πιστεύοντας στο

πνεύμα και όχι στην σαρκική ύλη, ελπίζει στο θαύμα. Πως ο Γολγοθάς της θα

είναι σύντομος και πως στο τέλος η αλήθεια και η ανθρωπιά θα λάμψουν στο

σκοτάδι!

Απ’ αυτή τη διασταύρωση (χριστιανισμού με αμερικανική μυθολογία) και

από την εξέλιξη της ιστορίας προκύπτει η αντιστροφή της ιδεολογίας του

κλασικού αμερικανικού κινηματογράφου. Ο Τρίερ πάει πιο πέρα τον Φορντ, τον

Χοκς και τον Τσίνεμαν. Οι συγκεκριμένες εξωτερικές «επεμβάσεις» που έχουν να

κάνουν με τη διαπλοκή του αμερικανικού οικονομικού μοντέλου με ακραίες μορφές

εκμετάλλευσης και βίας είναι οι γενεσιουργοί αιτίες του φόβου, της δειλίας,

της υποταγής και της βαρβαρότητας. Το μοντέλο φταίει για τη μεταμόρφωση του

Θεού σε Σατανά. Άρα, δεν είναι ο Θεός, αλλά οι συνθήκες που διαχειρίζονται και

διαμορφώνουν τις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις. Έτσι τα ανθρώπινα και

ψυχολογικά χαρακτηριστικά (φόβος, δειλία) τα οποία κυριαρχούν στην

αμερικανική, κινηματογραφική παράδοση, με την προσθήκη της βαρβαρότητας και

της άγριας οικονομικής εκμετάλλευσης, αποκτούν τη στέρεη υλιστική τους βάση.

Με άλλα λόγια, ο Τρίερ με τη βοήθεια και την αξιοποίηση της αμερικανικής

δραματουργίας εξανθρωπίζει τον… Χριστό (στη θηλυκή του μάλιστα μορφή),

απομεταφυσικοποιεί τον παλιό αμερικανικό κινηματογράφο και σκηνοθετεί την

πρώτη ολοκληρωμένη διαλεκτική πρόταση στον 21ο αιώνα.

H προσφορά των… γιγάντων

Ο σκηνοθέτης της ταινίας «Dogville» Λαρς φον Τρίερ

H μετουσίωση αυτού του αναποδογυρίσματος του μύθου σε καθαρό κινηματογράφο

ξεπερνάει τα πλαίσια ενός πειράματος και καταλήγει στην ολοκλήρωση μιας

πρωτοποριακής και ιδιαίτερα προσωπικής αισθητικής. Για να γίνει χρειάστηκε η

προσφορά μερικών γιγάντων. Με την σειρά:

H μέθοδος του Μπρεχτ, όπου ο θεατής είναι διαρκώς μέσα και έξω από τον μύθο. H

θεατρική προσωπογραφία της μπεργκμανικής αισθητικής όπου ο φακός λειτουργεί

σαν αξονικός τομογράφος των χαρακτήρων. H περιρρέουσα ατμόσφαιρα από την

«Μικρή μας πόλη», όπου όλα ταλαντεύονται μεταξύ ελπίδας και απελπισίας. H

ύβρις και ο αναρχισμός του Μπουνιουέλ στην «Βιριδιάνα» όπου η αστική

φιλανθρωπία μεταβάλλει το πλήθος των ζητιάνων σε όχλο βαρβάρων. H προφητική

απελπισία του Νίκου Καζαντζάκη («Ο Χριστός ξανασταυρώνεται») μαζί με την

εκδικητική μανία από την «Επιστροφή της γηραιάς κυρίας». Όπου και σύμφωνα με

την μετά Χριστόν προφητεία επακολουθεί ο επιμερισμός των ευθυνών και η

Αποκάλυψη της Κολάσεως και του Παραδείσου. Και μαζί με όλους αυτούς και με όλα

αυτά, καθώς με πολλά άλλα που θα αποκαλυφθούν με την πάροδο του χρόνου, η

συνεισφορά του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Γατί μην μου πείτε πως η στακάτη αφήγηση

(voice off), διανθισμένη με λεπτή ειρωνεία, καθώς και η μουσική επένδυση με

κλασικά μοτίβα, δεν παραπέμπει στο μνημειακό «Μπάρι Λίντον». Εξακολουθώ να

ρισκάρω και να επιμένω. Αν ήμουν στην δεκαετία του ’20, θα έλεγα «Ποτέμκιν».

Το ’40 «Πολίτης Κέιν» και την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα «Dogville» και

Λαρς φον Τρίερ!


Κολυμπώντας στα βαθιά

Ένα από τα πιο δυσδιάκριτα αλλά εν τέλει διαβολικά και χαριτωμένα

κινηματογραφικά επιτεύγματα της φετινής χρονιάς ακούει στον τίτλο «Swimming

pool» («Πισίνα») και φέρει τη υπογραφή του Φρανσουά Οζόν, του πιο επιδέξιου

ταλέντου της σύγχρονης γαλλικής οθόνης.

Ύστερα από την απόλυτη γυναικοκρατία στις «8 γυναίκες» – με την οριακή

ανωτερότητα αλλά και κατωτερότητα του θηλυκού γένους – ο πανούργος πιτσιρικάς

επανέρχεται με συνοδούς την Άγκαθα Κρίστι και τον Άλφρεντ Χίτσκοκ. Παίζοντας

αυτή τη φορά, γιατί περί παιχνιδιού πρόκειται, στον ίδιο «γυναικείο» και

προνομιακό του πεδίο δράσης, πράγμα που με κάνει να υποψιάζομαι πως στο βάθος

δεν κάνει τίποτε άλλο από το να υποδεικνύει στον Πέδρο Αλμοδοβάρ πως ανάμεσά

τους υπάρχει μια μικρή, αλλά σημαντική και καθοριστική διαφορά. Ο Ισπανός

σαρκάζει και «σφάζει» με το κιτς, αλλά ο Γάλλος εκ κουλτούρας και

ιδιοσυγκρασίας, με την κομψότητα και το βαμβάκι.


«H πισίνα». H Λουντβίν Σανιέ, ο πιο ζουμερός «μεζές» για την καλπάζουσα

φαντασία μιας στερημένης Αγγλίδας μυθιστοριογράφου ιστοριών μυστηρίου

Μια ώριμη, στεγνή και ανύπαντρη Άγκαθα Κρίστι καταφθάνει στην γραφική βίλα του

εκδότη της, για να συγγράψει, απομονωμένη και ήρεμη, το τελευταίο μυστήριό της

το οποίο όπως όλα τ’ άλλα προορίζεται για μεγάλη εμπορική καριέρα. H

αιφνιδιαστική όμως εμφάνιση της νεαρής, άτακτης, απελευθερωμένης, αχόρταγης,

σεξουλιάρας και θορυβώδους κόρης του εκδότη αναστατώνει την πένα, την

ψυχραιμία και την φλεγματική υπομονή της Αγγλίδας. Σε τέτοιο σημείο που όχι

μόνο την ξυπνάει από την σεξουαλική της νάρκη, αλλά την αναγκάζει να παίξει

ρόλο συνένοχου σε έναν αληθινό φόνο!

Αν και εκ πρώτης όψεως ο βαθύτερος μηχανισμός αυτού του πολυμορφικού

παιχνιδιού είναι δυσδιάκριτος, εν τούτοις με μια καλύτερη προσπάθεια θα

αντιληφθείτε πως εκτός από το χιτσκοκικό σασπένς το οποίο κορυφώνεται στο

δεύτερο μέρος, η ταινία λειτουργεί και σαν λούνα παρκ συγκρουόμενων

αυτοκινήτων. Με τα εξής ζεύγη: άντρας (με το κεφάλι να λειτουργεί προς τα…

κάτω), γυναίκα (πανούργα), Αγγλία – Γαλλία, μάνα – Κόρη, στέρηση –

απελευθέρωση, αλήθεια – ψέμα και φαντασία – πραγματικότητα. Μάλιστα το

τελευταίο είναι και το πιο αινιγματικό. Άραγε όλα αυτά τα εξωφρενικά είναι

πραγματικά ή φανταστικά. Μπας και απλώς προκύπτουν από τη στέρηση και την

αχαλίνωτη φαντασία ενός συγγραφέα; Ειλικρινά δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι

πως «όσα δεν πιάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια»!


Έξω καταγγελία, μέσα πορνογραφία

Το αδιέξοδο και η κατάπτωση της αμερικανικής, «ανεξάρτητης» σκηνής είναι

αποτυπωμένες σε όλο του το μεγαλείο στην οικογενειακή, δραματική…

πορνογραφία «Thirteen» («Δεκατριών»). Όπου εκ του συνονθυλεύματος ηρωίνης,

σεξομαζοχισμού και ασταμάτητης υστερίας δύο θηλυκών πλασμάτων ηλικίας 13

χρόνων, καταλήγουμε σε μάθημα φροϋδικής ψυχολογίας της πρώτης βαθμίδας

βρεφονηπιακού σταθμού: Για όλα φταίει η μαμά.


«Δεκατριών». Υποτίθεται κοινωνική καταγγελία, αλλά κατά βάθος – όπως άλλωστε

αποκαλύπτει και η φωτογραφία – υπολανθάνουσα πορνογραφία

H διαζευγμένη λοιπόν μαμά (δηλαδή η Χόλι Χάντερ, που προσπαθεί εναγωνίως να

διασφαλίσει την ερμηνευτική της ακεραιότητα) κοιμάται με κάποιον άλλο. Δηλαδή

τι να έκανε, να έμενε ξεχασμένη; Εκ της παρουσίας λοιπόν του τρίτου (ο οποίος

ούτε σηκώνει χέρι, ούτε πλησιάζει την κόρη) αλλά και εξ αιτίας της

εργασιομανίας του πατέρα, η μονάκριβη θυγατέρα μαζί με μια αδέσποτη φίλη

διαπράττουν τα πάντα. Ως εκ τούτου η μις Κάθριν Χάρντγουικ – σκηνοθέτρια αυτής

της ψυχοπορνογραφίας – η οποία ζήλεψε τη δόξα του Λάρι Κλαρκ και του «Kids»,

βρίσκει την ευκαιρία, με την ασυλία τής τάχα μου κοινωνικής ευαισθησίας, να

μοσχοπουλήσει στα ταμεία. Μεθερμηνευόμενο, και παιδική τσόντα και βρεφική

φροντίδα. Με τέτοιους φίλους τι να τους κάνεις τους εχθρούς!



H τιμή της δημοσιογραφίας

Είναι αδύνατον να προσεγγίσω εντελώς αντικειμενικά μια από τις ελάχιστες και

εντελώς αληθινές, ηρωικές δημοσιογραφικές πράξεις που συνέβησαν τα τελευταία

χρόνια. Εδώ που φτάσαμε το όνομα της Ιρλανδέζας Βερόνικα Γκέριν λειτουργεί σαν

πλυντήριο και παρθενορραφή της διακορευμένης τιμής της διεθνούς

δημοσιογραφίας!

Αν και η ιστορία είναι γνωστή, εκ των πραγμάτων αναγκάζομαι να την επαναφέρω

για να την ξαναθυμηθούμε. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, οι φτωχογειτονιές

του Δουβλίνου (όπως και της Αθήνας, για να μην ξεχνιόμαστε) ήταν το «ιδιωτικό»

γήπεδο μιας πασίγνωστης μαφίας ναρκωτικών. Εκ της προσφοράς τους και της

ανεμπόδιστης από τις αρχές κυκλοφορίας του εμπορεύματος, τα μισά ονόματα της

νεολαίας είχαν γραφτεί σε λίστες μελλοθάνατων. Και όλα αυτά κάτω από τα

αλλήθωρα βλέμματα της αστυνομίας και με την σιωπηρή ανοχή, για να μην πω

συνενοχή, όλων των θεσμών του κράτους.


«Βερόνικα Γκέριν: Θανάσιμη αποκάλυψη». Ταυτοπροσωπία της εικονιζόμενης Κέιτ

Μπλάνσετ με την αληθινή Βερόνικα Γκέριν, την Ιρλανδέζα δημοσιογράφο που

δολοφονήθηκε από τη μαφία των ναρκωτικών στο Δουβλίνο

του 1996

H εμφάνιση όμως μιας τριαντάχρονης δημοσιογραφίνας, η οποία σαν αληθινός και

σύγχρονος Σαμουράι παίρνει την υπόθεση πάνω της και τολμάει να τα βάλει με το

διάβολο, αρχίζει να απειλεί τους συνδαιτυμόνες αυτού του άγριου γλεντιού. H

συνέχεια είναι ανατριχιαστική. Οι μαφιόζοι με τη βεβαιότητα πως κανείς δεν

τολμάει ή δεν θέλει να τους πειράξει, όχι μόνο την προειδοποιούν με τουφεκιές

και ξυλοδαρμούς, αλλά στο τέλος την εκτελούν. Κάτω από το βάρος αυτής της

θυσίας και ύστερα από έναν αυθόρμητο λαϊκό ξεσηκωμό, οι πατέρες της Βουλής της

Ιρλανδίας αναγκάζονται να νομοθετήσουν τα πρώτα μέτρα εναντίον της εμπορίας

ναρκωτικών!

H σκηνοθεσία του Τζόελ Σουμάχερ μένει πιστή στα γεγονότα και με αρκετές (και

θεμιτές) δόσεις συναισθηματικής φόρτισης εξιστορεί το χρονικό μιας απίστευτης

βαρβαρότητας που λαμβάνει χώρα σε όλο τον κόσμο. Μια βαρβαρότητα που δεν έχει

να κάνει με την ύπαρξη της μαφίας (της οποιασδήποτε μαφίας), αλλά με μια

αποκάλυψη. Στον δημοκρατικό και πολιτισμένο ημισφαίριο του πλανήτη, οι λύκοι

στην πραγματικότητα είναι οι άρχοντες που κυβερνάνε και φυλάνε τα πρόβατα! Και

για να ταρακουνηθεί έστω ελάχιστα και προσωρινά το σύστημα χρειάζεται η θυσία

ενός επίγειου Χριστού!



Τα Oscar της εβδομάδας

Ταινίας: «Dogville»

Προκλητικής πρωτοπορίας: H ίδια… Σκυλόπολη

Σεναρίου: Λαρς φον Τρίερ

Σκηνοθεσίας: Λαρς φον Τρίερ (του «Dogville»)

Ηρωισμού: Βερόνικα Γκέριν

Μαχόμενης δημοσιογραφίας: Βερόνικα

Μονομαχίας: Νικόλ Κίντμαν («Dogville») – Κέιτ Μπλάνσετ («Βερόνικα»)

Θρίλερ: «H πισίνα»

Χυμού: Λουντβίν Σανιέ (η λουομένη της πισίνας)

Πορνογραφίας: «Δεκατριών»

Κομπρεσέρ: «Matrix revolutions»

Matrix: Για τα παλιοσίδερα!