«Ω Αρβανιτάκη Τάκο! ω Αρβανιτάκη Χρήστο! ω Γερογιάννη και μαύρε εσύ
Καταρραχιά!
»


Είναι μέρες τώρα που η συνείδησή μου κυριαρχείται από ένα οικτρό και ελεεινό
θέαμα. Αίθουσα δικαστηρίου. Ευρύς, ενιαίος και ισόγειος, πρόχειρα
διαμορφωμένος, χώρος με κιγκλιδώματα πού και πού. Στον έναν τοίχο ξύλινα
ικριώματα και πάνω τους έδρανα δικαστών. Ακριβώς απέναντι μια μεγάλη ομάδα
σιδηροδέσμιων ανδρών, από τους οποίους οι περισσότεροι (δεκάξι; δεκαεπτά;) σε
σκαμνιά, κάμποσοι κατάχαμα ή πάνω σε βρώμικα στρωσίδια, και τρεις - τέσσερις
ξαπλωμένοι σε ρυπαρά και αιματοβαμμένα φορεία. Οι τελευταίοι αυτοί προφανώς
ήταν τραυματίες, οι άλλοι, οι σωριασμένοι στο δάπεδο, άρρωστοι και
εξαντλημένοι, και όλοι γενικά άθλιοι και ρακένδυτοι, με λερές τις κοντές
φουστανέλες. Τα πρόσωπά τους παρά τις κακουχίες στυγνά και βλοσυρά με μια
άγρια περηφάνια.


Αν κάποιοι αναγνώστες υποθέτουν ότι κάνω άσκηση φαντασίας και παραλλάσσω επί
το τραγικότερον το κριτήριο που δικάζει τους τρομοκράτες και ληστές
(λησταντάρτες;) της 17 Νοέμβρη, έχουν και δίκιο και άδικο. Δίκιο κατά το ότι
πράγματι ανάμεσα σε άντρες όπως οι αδελφοί Ξηροί και οι αδελφοί Αρβανιτάκη (ο
Τάκης και ο Χρήστος: σωστά μαντεύετε, πρόκειται για τους διαβόητους λήσταρχους
του 19ου αιώνα), υπάρχουν κοινά σημεία, και δεν εννοώ μόνο τα φανερά.


Ωστόσο το θέαμα (γιατί θέαμα, «σόου» είναι) που περιέγραψα, αμβλύνοντας
μάλιστα την τραγικότητά του, δεν το έβγαλα από τον νου μου. Το ξεσήκωσα από
σκίτσο που δημοσίευσε εφημερίδα της εποχής και παρίστανε τη δίκη των
«ζωγρηθέντων», κατά τη λεζάντα ληστών, όσων δηλαδή πιάστηκαν ζωντανοί μετά τη
σφαγή στο Δήλεσι και τις συμπλοκές που ακολούθησαν, τον Μάρτιο του 1870.


Είναι απίστευτο, αλλά 133 χρόνια μετά τη ληστεία του Μαραθώνα ή το δράμα του
Ωρωπού, όπως ανάλογα με τη σκηνή και τον τόπο είναι γνωστή επίσης η στυγερή
ληστοπραξία, το δημοσιογραφικό σχέδιο, που ευτυχώς ποτέ δεν έλειψε από τον
Τύπο, ξαναβρήκε την παλιά του δόξα. Αρχισυντάκτες, ου μην αλλά και καναλάρχες
πέφτουνε στα πόδια των σκιτσογράφων. Και πώς να μην τους επιστρατέψουν όταν
αποκλείστηκαν από την αίθουσα του δικαστηρίου όχι μόνο η ραδιοφωνία, που
διασώζει τη φωνή και άρα επεκτείνει το ακροατήριο, όχι μόνο η τηλεόραση που
διασφαλίζει και την οπτική πρόσβαση και όψη, αλλά και η φωτογραφία - η
φωτογραφία που ως λέξη τουλάχιστον ήταν γνωστή στη χώρα και στη γλώσσα μας από
το 1871, ένα χρόνο μετά τη ληστεία στο Δήλεσι! Δεν ακούστηκε τις μέρες αυτές
λόγος σαθρότερος από το επιχείρημα ότι αν έμπαινε η τηλεόραση στη μέση, το
πράγμα θα κατέληγε σε «σόου» σα να μην ίσχυε το ίδιο για όλα ανεξαιρέτως τα
μέσα επικοινωνίας. Το ευγενές αγώνισμα της κυκλοφορίας των φύλλων, οπότε και
το σκίτσο, η φωτογραφία ή και η περιγραφή με τον λόγο δεν είναι ούτε καλύτερα
ούτε χειρότερα από το ανηλεές κυνήγι της τηλεθέασης. Τα δίπολα ομιλητής -
ακροατής (ή κατ' αντιστροφή, ακροατής - ομιλητής), γραφιάς - αναγνώστης (και
ισότιμα: αναγνώστης - γραφιάς), θα πρόσθετα και λήπτης - (τηλε)θεατής δεν
είναι καθόλου άσχετα με την «προφορικότητα» κατά έναν όρο που από τις αρχές
του προπερασμένου αιώνα πήγαινε χέρι - χέρι με τη δημοσιότητα της διαδικασίας.
Στα δίπολα αυτά όπως και στην εν γένει προφορικότητα ο Σωκράτης Σκαρτσής,
καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας και ποιητής (πρωτίστως ποιητής,
επιπόλαιοι γραμματολόγοι και προσωπολήπτες ανθολόγοι της λεγόμενης δεύτερης
μεταπολεμικής γενιάς) αφιέρωσε ειδικά βιβλία.


Αν υπήρχε θεωρητικός λόγος στην Ελλάδα, δεν θα τολμούσε κανένας, απολύτως
κανένας, να αποκλείσει (κατά βάθος ολοσχερώς) τη σύγχρονη τεχνολογία από την
ακρόαση και την παρακολούθηση δικών, όλων των δικών. Γιατί τώρα αποτολμήθηκε
αυτό στη χώρα μας, ας το αναζητήσει ο αναγνώστης στον αντίποδα του πολιτικού
και νομοθετικού λόγου, στην περιοχή της ποίησης. Έχω στον νου μου ανάμεσα σε
άλλα πολλά το συγκλονιστικό ποίημα «Ο Δρόμος» (Οκτάνα) του Ανδρέα Εμπειρίκου,
στον οποίο οφείλουμε και την παθητική προσλαλιά του αρχικού παραθέματος.


Ο Αντρέας Μπελεζίνης είναι φιλόλογος.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από