Με μία απόφαση-σταθμό που δικαιώνει πανηγυρικά τις θέσεις της ελληνικής

κυβέρνησης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκλεισε χθες

οριστικά και αμετάκλητα τη δικαστική διαμάχη για την αφαίρεση του θρησκεύματος

από τις αστυνομικές ταυτότητες, κρίνοντας ότι ακόμη και η προαιρετική αναγραφή

παραβιάζει το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας.

Η απάλειψη του θρησκεύματος έφερε συλλαλητήρια – με επίσημο διοργανωτή την

Εκκλησία της Ελλάδος και βασικό ομιλητή τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο – και

συλλογές υπογραφών, αλλά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κρίνει οριστικά και

αμετάκλητα ότι «η ταυτότητα δεν είναι μέσο που αποβλέπει να διασφαλίσει στους

πιστούς κάθε θρησκείας και δόγματος το δικαίωμα να ασκούν και να εκφράζουν τις

θρησκευτικές τους πεποιθήσεις…»

Η «μάχη» για τις ταυτότητες χάθηκε κατά κράτος από τους προσφεύγοντες ιερείς

και θεολόγους (όπως ο πρωτοπρεσβύτερος Γ. Μεταλληνός και ο επίκουρος καθηγητής

της Θεολογίας Σπ. Κοντογιάννης) που είχαν πρωτοστατήσει στη δικαστική διαμάχη

και στη χώρα μας, με τη γνωστή προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Είναι

αξιοσημείωτο ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε την προσφυγή

εξαρχής ως απαράδεκτη και μάλιστα δεν θεώρησε καν αναγκαίο να καλέσει για

απαντήσεις την ελληνική κυβέρνηση.

Ομοφώνως. Με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου απορρίφθηκε,

ομοφώνως, κάθε επιχείρημα που έχει χρησιμοποιήσει κι επισήμως η Εκκλησία της

Ελλάδος υπέρ της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες, ενώ τονίζεται ότι

ακόμη και η προαιρετική αναγραφή μπορεί να οδηγήσει σε διακρίσεις εις βάρος

των πολιτών. Το σκεπτικό των ευρωδικαστών δικαιώνει απόλυτα τόσο τη θέση της

Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, που επέβαλε την απάλειψη του

θρησκεύματος, όσο και την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, που είχε

κρίνει ως απολύτως νόμιμη και συνταγματική την επίμαχη απάλειψη (απόφαση

2285/01).

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με την απόφασή του – η οποία έχει πανευρωπαϊκό

νομολογιακό ενδιαφέρον, καθώς πρώτη φορά αντιμετωπίζει το θέμα της αναγραφής

του θρησκεύματος ή άλλου ευαίσθητου προσωπικού στοιχείου σε δημόσια έγγραφα –

στέλνει και μήνυμα για το ζήτημα της προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας

στη χώρα μας, καθώς επικαλείται την καταδικαστική απόφαση του 1993 για τη

μεταχείριση των μαρτύρων του Ιεχωβά (υπόθεση Κοκκινάκη), ζήτημα που συνδέει

ευθέως και με το θέμα των ταυτοτήτων.

Το σκεπτικό. Η προσφυγή για την αφαίρεση του θρησκεύματος από τα

αστυνομικά δελτία ταυτότητας απορρίφθηκε στο αρχικό στάδιο της δικαστικής

διαδικασίας (κατά την εξέταση, δηλαδή, του παραδεκτού ή μη των ισχυρισμών των

προσφευγόντων), καθώς κρίνεται ότι:

*Το θέμα αφορά άμεσα το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, η οποία

«αποτελεί ένα από τα βάθρα κάθε δημοκρατικής κοινωνίας…».

Ανοίγει η πόρτα σε διακρίσεις. * Η αναγραφή του θρησκεύματος στο δελτίο

ταυτότητας «δεν είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της ταυτότητας του κατόχου»

και σε κάθε περίπτωση η αστυνομική ταυτότητα «δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μέσο

που αποβλέπει να διασφαλίσει στους πιστούς κάθε θρησκείας και δόγματος το

δικαίωμα να ασκούν και να εκφράζουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις…».

* Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, όπως «ευλόγως» τόνισε και η ελληνική

Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, «δεν συνιστούν δεδομένο χρήσιμο για την

αναγνώριση ενός προσώπου». Κι αυτό «όχι μόνο γιατί αφορούν τον εσωτερικό κόσμο

του καθενός, αλλά επιπλέον μπορούν να αλλάζουν κατά τη ζωή ενός ατόμου.

Επιπλέον, η αναγραφή του θρησκεύματος σε ένα επίσημο έγγραφο κινδυνεύει να

ανοίξει την πόρτα σε διακρίσεις, όσον αφορά τη σχέση του πολίτη με τη δημόσια

διοίκηση και την επαγγελματική του θέση…».

Με την τελευταία διατύπωση, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επικυρώνει ουσιαστικά την

απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ότι και η προαιρετική

αναγραφή του θρησκεύματος είναι αντισυνταγματική. Και προχωρεί και σε επιπλέον

σκέψεις που οδηγούν σε κατηγορηματική απόρριψη των ενστάσεων που έχει

διατυπώσει επισήμως η Εκκλησία της Ελλάδος (με τα συλλαλητήρια κ.ά.),

επικαλούμενη το «δικαίωμα του πιστού» που επιθυμεί στο δικό του δελτίο να

αναγράφεται η θρησκεία του.

«Το περιεχόμενο του δελτίου δεν μπορεί να καθορίζεται ανάλογα με τις επιθυμίες

κάθε προσώπου…», τονίζεται στην απόφαση. «Αν κάθε πρόσωπο μπορούσε κατά το

δοκούν να αφαιρέσει ή να προσθέσει στοιχεία στην ταυτότητα, τότε ο ενιαίος

χαρακτήρας που πρέπει υποχρεωτικά να έχει θα παραβιαζόταν. Και το γεγονός ότι

η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία εκπροσωπεί την επίσημη θρησκεία της χώρας δεν

μεταβάλλει αυτόν το συλλογισμό… Από την αφαίρεση του θρησκεύματος δεν

παραβιάζεται το δικαίωμα κανενός να εκφράζει ελεύθερα τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις…».

«Αρκετά κράτη δεν έχουν καν ταυτότητες…»

Φωτοτυπία της πρώτης σελίδας από την απόφαση του Ευρωδικαστηρίου

Ένα από τα βασικά σημεία στα οποία εστιάζει τις κρίσεις του το Ευρωπαϊκό

Δικαστήριο είναι και ο σκοπός της έκδοσης του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας,

το οποίο – όπως έχει κρίνει και η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων – δεν

πρέπει να περιέχει «περιττά στοιχεία», στοιχεία δηλαδή που δεν οδηγούν στην

αναγνώριση του κατόχου τού δελτίου. Μάλιστα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί

«απαραίτητο έγγραφο» το δελτίο ταυτότητας και αντιπαραβάλλει το γεγονός ότι σε

άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν εκδίδονται αστυνομικές ταυτότητες για τους πολίτες.

«Το δελτίο ταυτότητας δεν είναι απαραίτητο ούτε για τη ζωή των πολιτών ούτε

για τη λειτουργία του κράτους…», επισημαίνεται στην απόφαση. «Η απόδειξη γι’

αυτό είναι ότι αρκετά κράτη προτίμησαν να μην εισαγάγουν τέτοιο σύστημα για

την αναγνώριση της ταυτότητας των πολιτών, αλλά να προσφύγουν σε άλλα επίσημα

έγγραφα, όπως το διαβατήριο και το δίπλωμα οδήγησης», στα οποία δεν

εμπεριέχεται το θρήσκευμα.

«Ωστόσο, όταν ένα κράτος επιλέγει να εισαγάγει το σύστημα των αστυνομικών

ταυτοτήτων», προσθέτει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, «εκτιμάται ότι αυτές συνιστούν

απλώς επίσημα έγγραφα, τα οποία επιτρέπουν την αναγνώριση της εξατομίκευσης

των προσώπων-κατόχων τους ως πολιτών και τη σχέση τους με την κρατική έννομη

τάξη και είναι δεδομένο ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν συνιστούν στοιχείο

χρήσιμο για την αναγνώριση ενός προσώπου…».

Οι ιερείς και οι θεολόγοι που είχαν προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, εκτός

από την παραβίαση του δικαιώματος της προαιρετικής αναγραφής, όπως

υποστήριζαν, του θρησκεύματος στις ταυτότητες, έθεσαν και ζήτημα «μεροληπτικής

στάσης» της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Και αυτός ο ισχυρισμός

τους κρίθηκε ως απαράδεκτος από τους ευρω-δικαστές, γιατί «δεν στηρίζεται σε

κανένα βάσιμο στοιχείο».

Το βασικό επιχείρημα των προσφευγόντων ήταν ότι στη σύνθεση της Ολομελείας του

Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου μετείχαν και δικαστές-μέλη της Εταιρείας

Δικαστικών Λειτουργών για τη Δημοκρατία και τις Ελευθερίες, η οποία, με

ανακοινώσεις της, έχει υπεραμυνθεί της ανάγκης προστασίας των θρησκευτικών

ελευθεριών. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τονίζει ότι κατά των συγκεκριμένων

δικαστών οι προσφεύγοντες είχαν υποβάλει αίτηση εξαίρεσης στο ΣτΕ, η οποία

νομίμως απερρίφθη.

Από τις δηλώσεις Σταθόπουλου μέχρι την προσφυγή στο Ευρωδικαστήριο

Από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η κρίση μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας για

την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες (8 Μαΐου 2000) ο Αρχιεπίσκοπος

ήθελε να προσφύγει και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Όμως τότε επικράτησαν πιο

ψύχραιμες σκέψεις και τελικά η Εκκλησία δεν προσέφυγε με το αιτιολογικό ότι σε

περίπτωση αρνητικής απόφασης «θα χρεωνόταν την αποτυχία, αλλά ταυτόχρονα θα

ήταν υποχρεωμένη να πειθαρχήσει».

Έτσι ένα χρόνο αργότερα – και αφού είχε προηγηθεί η απόφαση της Ολομέλειας του

Συμβουλίου της Επικρατείας – την πρωτοβουλία για να προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό

Δικαστήριο ανέλαβαν τέσσερις καθηγητές της Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών,

μεταξύ των οποίων και ο ιερέας Γεώργιος Μεταλληνός.

Της προσφυγής προηγήθηκε συλλαλητήριο στο κέντρο της Αθήνας με συμμετοχή

πιστών από όλη την Ελλάδα (μάλιστα ο Καλαβρύτων Αμβρόσιος είχε φέρει και το

λάβαρο της Επανάστασης του 1821 από την Μονή της Αγίας Λαύρας) τον Ιούνιο του

2000. Στη συνέχεια και μετά την άρνηση της κυβέρνησης να υποκύψει στις

πιέσεις, η Εκκλησία ανέλαβε πρωτοβουλία και συγκέντρωσε περίπου 3.100.000

υπογραφές. Όμως, παρά τον αριθμό των υπογραφών, η στάση της κυβέρνησης δεν

άλλαξε και η Εκκλησία προσπάθησε να χαμηλώσει τους τόνους, αφήνοντας όμως

ανοικτό το ενδεχόμενο να αντιδράσει στην πορεία.

Η κρίση για τις ταυτότητες ξέσπασε όταν ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης κ. Μιχάλης

Σταθόπουλος υποστήριξε σε συνέντευξή του ότι πρέπει να διαγραφεί το θρήσκευμα

από τις ταυτότητες. Ακολούθησε η απόφαση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών

Δεδομένων, η οποία προκάλεσε την έντονη αντίδραση του κ. Χριστόδουλου, αλλά

και πολλών ιεραρχών, μεταξύ των οποίων οι Καλαβρύτων, Αλεξανδρουπόλεως και

Πειραιώς. Δύο εβδομάδες αργότερα ο Πρωθυπουργός απαντώντας στη Βουλή σε

σχετική ερώτηση της κ. Μαρίας Δαμανάκη υπερασπίστηκε την απόφαση της

ανεξάρτητης Αρχής, με αποτέλεσμα για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα να διακοπεί

κάθε επικοινωνία μεταξύ κυβέρνησης και Εκκλησίας.