|
|
Σε συνθήκες παρανομίας ζούσε όλη του τη ζωή ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, που
φέρεται να είναι ο «Μιχάλης Οικονόμου» της αστυνομικής επιχείρησης που έγινε
τη νύχτα.
|
| Το τροτσκιστικό περιοδικό «Μαχητής», με άρθρο του Δημήτρη Γιωτόπουλου, πατέρα του Αλέξανδρου, το 1951…
|
Η καταγωγή του – γιος του ηγέτη των Αρχειομαρξιστών (σ.σ. τροτσκιστική
απόκλιση που έδρασε από τον Μεσοπόλεμο μέχρι και τον Εμφύλιο) Δημήτρη
Γιωτόπουλου – και η ζωή του μέχρι το 1969 καλύπτονται από πυκνό πέπλο
μυστηρίου. Από το 1970 τα ίχνη του χάνονται και υπάρχουν μόνο μαρτυρίες του
τύπου «νομίζω ότι τον είδα τυχαία στον δρόμο το 1985».
Τα μόνα στοιχεία για τα οποία υπάρχει μια σχετική βεβαιότητα, είναι τα χρόνια
1967-1969. Στο διάστημα αυτό ανήκει στο λεγόμενο στρατιωτικό σκέλος της
ακροαριστερής οργάνωσης 29 Μάη. Ωστόσο, ακόμη κι εκείνη την περίοδο πολλοί
λίγοι άνθρωποι τον είχαν δει – η παρισινή κοινότητα των Ελλήνων αντιστασιακών
άκουγε φήμες μονάχα, κυρίως λόγω της ιστορικής του σχέσης με τον αρχηγό των
Αρχειομαρξιστών.
Ο πατέρας τού Αλέξανδρου Γιωτόπουλου ηγείτο μιας ιδιόρρυθμης, κλειστής
οργάνωσης, τροτσκιστικών αντιλήψεων, που ωστόσο σε κάποια φάση αποκηρύχθηκε
από τον ίδιο τον Λέοντα Τρότσκι. Ήταν σε πόλεμο με το ΚΚΕ και πάρα πολλοί
Αρχειομαρξιστές είχαν δολοφονηθεί από τη σταλινική ΟΠΛΑ (Ομάδα Προστασίας
Λαϊκών Αγωνιστών). Στη συνέχεια, το μίσος Αρχειομαρξιστών – ΚΚΕ οδηγεί τους
πρώτους να συμπαραταχθούν, κατά τον Εμφύλιο, με τον Εθνικό Στρατό, πολεμώντας
εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού.
Για τον ίδιο τον Δημήτρη Γιωτόπουλο έχουν γράψει τόσο ο Μιχάλης Ράπτης
(Πάμπλο) όσο και ο Άγης Στίνας στα αυτοβιογραφικά κατά βάση βιβλία τους για
την πορεία του μαρξιστικού, λενινιστικού και – κυρίως – τροτσκιστικού
κινήματος. Ο πρώτος μάλιστα αναφέρεται στα «γαλανά μάτια» του Γιωτόπουλου –
χαρακτηριστικό που έχει κληρονομήσει και ο γιος του. Επίσης, αναφέρονται στα
ψευδώνυμά του – το ένα «Witte» και το άλλο «Εργασία». Το πρώτο χρησιμοποιούσε
και ο Τρότσκι στις επιστολές του προς τον Γιωτόπουλο και τους συντρόφους του.
Ο πατέρας Γιωτόπουλος πεθαίνει τον Ιανουάριο του 1965, στην Αθήνα. Με την
κήρυξη της δικτατορίας ο γεννηθείς, σύμφωνα με κάποια στοιχεία στη Γαλλία ή
την Ισπανία κατά τα χρόνια που ο Δημήτρης Γιωτόπουλος είχε καταφύγει στο
εξωτερικό, Αλέξανδρος βρίσκεται στο Παρίσι. Ουδείς όμως εμφανίζεται να
γνωρίζει με τι ασχολείται – εάν εργάζεται, είναι φοιτητής ή έχει εισοδήματα.
Τα μέλη του λεγόμενου πολιτικού τμήματος τής 29 Μάη γνωρίζουν ότι
δραστηριοποιείται στο στρατιωτικό τμήμα της οργάνωσης, αλλά δεν τον συναντούν
ποτέ.
Εκείνη την περίοδο, με κάθε μυστικότητα, οργανώνεται ένα ταξίδι στην Κούβα, με
σκοπό την εκπαίδευση Ελλήνων στο αντάρτικο πόλεων. Μέλος της δεκαμελούς
ομάδας, για την οποία η Σκότλαντ Γιαρντ γνωρίζει τουλάχιστον άλλα τρία
πρόσωπα, είναι και ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος. Οι συνταξιδιώτες του είναι και τα
μόνα πρόσωπα που μετά βεβαιότητος τον έχουν δει και ξέρουν την εμφάνισή του –
όπως ήταν τότε, φυσικά. Ο ένας, 58 ετών σήμερα, στη συνέχεια αναδεικνύεται σε
κορυφαίο στέλεχος μαοϊκής οργάνωσης, που έδρασε και στα χρόνια της χούντας και
– κυρίως – νομίμως στη μεταπολίτευση. Τα τελευταία είκοσι χρόνια δεν έχει
καμιά πολιτική δραστηριότητα, αλλά παραμένει προσωπικότητα των διανοουμένων
της γενιάς της χούντας και εργάζεται στο εξωτερικό. Οι άλλοι δύο κινούνται
στον αντίποδα – άνθρωποι της εργατικής τάξης που έκτοτε δεν διατηρούν καμιά
σχέση με την πολιτική. Επιστρέφουν, ωστόσο, στην Ελλάδα με την πτώση της
δικτατορίας.
Το 1969 η οργάνωση 29 Μάη αποφασίζει τη διάλυσή της. Σύμφωνα με τις ενδείξεις,
όμως, ο Γιωτόπουλος του στρατιωτικού τμήματος – κι ενδεχομένως και κάποιοι
άλλοι – συνεχίζει την ένοπλη δράση του. Τούτη τη φορά, με έναν εξαιρετικά
κλειστό πυρήνα ανθρώπων, που έφθασε τη μυστικότητα στα άκρα, όπως ακριβώς είχε
κάνει και ο πατέρας του Δημήτρης, περίπου τριάντα χρόνια νωρίτερα.
Το 1975 πραγματοποιείται η πρώτη – επώνυμη – δολοφονία της 17Ν. Θύμα είναι ο
σταθμάρχης της CIA στην Αθήνα Γουέλς. Έχουν, ωστόσο, διαρκούσης της
δικτατορίας πραγματοποιηθεί και άλλες επιθέσεις για τις οποίες μέχρι σήμερα
ουδείς έχει δηλώσει ότι ήταν δικές του.
Μετά τη δολοφονία του ταξίαρχου Σόντερς, η Σκότλαντ Γιαρντ εντοπίζει ανθρώπους
που ήταν στον χώρο της ακροαριστεράς των Παρισίων κι είχαν ακούσει για τον
Γιωτόπουλο. Από αυτούς, φθάνει και σε τουλάχιστον έναν από τους συνταξιδιώτες
της Κούβας. Αποκτούν έτσι την πρώτη περιγραφή ενός ανθρώπου-μυστήριο. Αρκεί,
όμως, για να αρχίσει να ξετυλίγεται το κουβάρι της γέννησης της 17Ν – πολύ
πριν από τη δολοφονία του Γουέλς, το 1975.
Λίγο αργότερα, πριν από δυο – τρεις μήνες, το όνομα του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου
διαρρέει σε ορισμένους ανθρώπους στην Αθήνα. Μαζί διαρρέει και η εκτίμηση για
τον αρχικό πυρήνα της 17Ν – τέσσερις άνθρωποι, τρεις άνδρες και μία γυναίκα.
Χθες, στην Αντιτρομοκρατική οδηγήθηκε μόνον ο Γιωτόπουλος…
Πατέρας – αρχειομαρξιστής
Οι Αρχειομαρξιστές έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση την Πρωτομαγιά του 1923, με
την κυκλοφορία του περιοδικού «Αρχείον του Μαρξισμού». Ήταν ένα περιοδικό που
δημοσίευε μόνον μεταφράσεις έργων των «κλασικών» του μαρξισμού, χωρίς καμία
άλλη αναφορά ή σχόλια στα πράγματα της εποχής. Η δικαιολογία γι’ αυτό δεν
άρεσε καθόλου στο ΚΚΕ – οι Αρχειομαρξιστές ήθελαν να δείξουν ότι το
Κομμουνιστικό Κόμμα ήθελε να μονοπωλεί τη μαρξιστική θεωρία και δεν τη διέδιδε
στους εργάτες.
Έξι – επτά χρόνια αργότερα, οι Αρχειομαρξιστές είχαν γίνει γνωστοί στο
εργατικό κίνημα ως «οι φαλτσέτες» – μιας και η μόνιμη αντιπαλότητα με το
Κομμουνιστικό Κόμμα έπαιρνε κατά καιρούς άγριες διαστάσεις, και στις συμπλοκές
χρησιμοποιούνταν ακόμα και μαχαίρια.
Στο εσωτερικό των Αρχειομαρξιστών πάντως, δεν είχαν χρησιμοποιηθεί μαχαίρια,
αλλά – σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιστορικού του τροτσκιστικού κινήματος Α.
Στίνα – σε αρκετές περιπτώσεις οι ξυλοδαρμοί είχαν χρησιμοποιηθεί ως μέσον
διαπαιδαγώγησης των μελών που παρεξέκλιναν. Πάντως, για ένα – δύο χρόνια, την
εποχή της δικτατορίας Πάγκαλου, οι Αρχειομαρξιστές είχαν κατορθώσει να
αυξήσουν ιδιαίτερα την επιρροή τους στους εργάτες, μιας και το ΚΚΕ είχε σχεδόν
διαλυθεί. Οι Αρχειομαρξιστές είχαν πραγματοποιήσει αρκετές επιθέσεις σε
συνέδρια των εργατικών συνδικάτων της εποχής – συνήθως διαμαρτυρόμενοι για τον
αποκλεισμό συντρόφων τους, που εκπροσωπούσαν καπνεργάτες.

