Είχαν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προστασίας. Ο επαγγελματισμός τους είχε
αιφνιδιάσει ακόμη και τους έμπειρους αξιωματικούς της Ασφάλειας, οι οποίοι
βρέθηκαν μπροστά στη μεγαλύτερη σε διάρκεια απαγωγή στα ελληνικά χρονικά.
Ακόμη και στο εξωτερικό δεν γίνονται απαγωγές που διαρκούν δύο μήνες. Το λάθος
όμως έγινε. Οι απαγωγείς δεν μπορούσαν να φανταστούν την πρόοδο της
τεχνολογίας. Ότι θα πέσουν θύματα της πρώτης «ηλεκτρονικής εξιχνίασης».
Οι δράστες της απαγωγής του επιχειρηματία Γιάννη Ζώνα, από την Εκάλη, στις 20
συνομιλίες τους με τον πατέρα του Κώστα, είχαν την προνοητικότητα να κλείνουν
το τηλέφωνο πολύ σύντομα για να μη δώσουν τη δυνατότητα στις αστυνομικές αρχές
να εντοπίσουν το στίγμα του. Επικοινωνούσαν με καρτοκινητό τηλέφωνο «Β-free»
Telestet, το οποίο δεν προδίδει τον κάτοχό του, καθώς δεν καταγράφονται τα
στοιχεία του. Το μόνο που είχαν να κάνουν, είναι να προμηθεύονται κάρτες από
τα περίπτερα.
Η λεπτομέρεια…
Όλα τα είχαν σκεφθεί. Εκτός από μία… λεπτομέρεια. Δεν γνώριζαν ότι δεν
έπρεπε να χρησιμοποιούν το ίδιο καρτοκινητό και στις μεταξύ τους επικοινωνίες.
Έδωσαν το στίγμα τους και αυτό τους πρόδωσε, και έφερε τους αστυνομικούς έξω
από την πόρτα τους.
Ύστερα από αίτημα των αστυνομικών αρχών, οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας
εντόπισαν το «ίχνος προέλευσης» του καρτοκινητού. Με βάση αυτό το ίχνος
κατάφεραν να εντοπίσουν τόσο το δίκτυο που χρησιμοποιούσε ο απαγωγέας όσο και
την περιοχή από την οποία τηλεφωνούσε. Μέχρις αυτού του σημείου, ο
προσδιορισμός της ταυτότητας του δράστη ήταν αδύνατος, καθώς κανένας δεν
γνώριζε τον κάτοχο του καρτοκινητού.
Αυτό επετεύχθη όταν ο απαγωγέας χρησιμοποίησε το ίδιο κινητό τηλέφωνο στις
επικοινωνίες του με τα άλλα μέλη της συμμορίας, αλλά και γνωστούς του. Το
ίχνος έγινε πλέον σημάδι. Η αποκωδικοποίηση των κωδικών που αποτυπώνονται στις
«κυψέλες» των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, μεταφράστηκε σε ονόματα και
διευθύνσεις. Πολύ γρήγορα η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.) είχε διαμορφώσει μία
μεγάλη λίστα υπόπτων, τους οποίους παρακολουθούσε από την πρώτη στιγμή.
Υπ’ αριθμόν ένα ύποπτος ήταν από την πρώτη στιγμή ο 42χρονος… οικοδόμος
Χριστόφορος Λασιθιωτάκης, από το Αιγάλεω, παντρεμένος και πατέρας δύο ανήλικων
παιδιών. Παλιός γνωστός στις Υπηρεσίες Ασφαλείας και ειδικότερα στο Τμήμα
Δίωξης Εκβιαστών. Το όνομά του είχε εμπλακεί στην υπόθεση του μεγάλου μπράβου
της νύχτας Παναγιώτη Βλαστού και είχε κατηγορηθεί για οπλοφορία και υπόθαλψη
εγκληματία. Για την υπόθεση αυτή ο Χριστόφορος Λασιθιωτάκης αθωώθηκε σε δίκη
που έγινε πρόσφατα. Ύστερα από παρακολούθηση ενός μηνός, που άρχισε λίγες
ημέρες μετά την απελευθέρωση του Γιάννη Ζώνα, ο Χριστόφορος Λασιθιωτάκης
συνελήφθη προχθές το απόγευμα. Αστυνομικοί τον εντόπισαν καθώς έβγαινε από τα
γραφεία του Γιάννη Καλογερίδη, γιου τού πρώην ιδιοκτήτη του ναυπηγείου ΝΑΥΣΙ
Θεόδωρου Καλογερίδη. Αμέσως μετά συνελήφθη και ο 40χρονος Ιρανός Άλμπερτ
Νορούσνια, ιδιοκτήτης συνεργείου μοτοποδηλάτων. Βασικός συνεργός του
Λασιθιωτάκη στην οργανωμένη επιχείρηση της απαγωγής του επιχειρηματία Γιάννη
Ζώνα ήταν, σύμφωνα με την Αστυνομία, και ο 40χρονος. Και οι δύο γνωρίζονταν
εδώ και αρκετά χρόνια. Μάλιστα, διέμεναν και εργάζονταν στην ίδια περιοχή, στο
Αιγάλεω, εκεί όπου έγινε η απαγωγή, αλλά και η παράδοση των λύτρων. Άλλωστε
από την αρχή οι αστυνομικές Αρχές είχαν εκφράσει την άποψη ότι οι δράστες
γνώριζαν πολύ καλά την περιοχή. Γι’ αυτό και οι έρευνές τους είχαν
επικεντρωθεί στη δυτική Αττική. Μετά τη σύλληψή τους, εκλήθη στην Ασφάλεια
χθες το πρωί ο Γιάννης Ζώνας, ο οποίος, σύμφωνα με πληροφορίες, αναγνώρισε τις
φωνές τους. Ο Λασιθιωτάκης και ο Ιρανός συνεργός του φέρεται να μετείχαν και
στην επιχείρηση αρπαγής και στη φύλαξη του Γιάννη Ζώνα κατά τη διάρκεια της
ομηρείας του.
Πολύωρη εξέταση
Οι συλληφθέντες, παρά την πολύωρη εξέτασή τους στην Ασφάλεια, δεν ομολόγησαν
και αρνήθηκαν οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση απαγωγής. Από προχθές το
απόγευμα, οπότε άρχισε η αστυνομική επιχείρηση, προσήχθησαν στην Ασφάλεια,
εξετάσθηκαν και έδωσαν καταθέσεις για την υπόθεση άλλα τέσσερα άτομα.
Ειδικότερα εξετάσθηκαν, χωρίς να προκύψει εις βάρος τους ανάμειξη στην
υπόθεση, ο αδελφός τού Λασιθιωτάκη Πέτρος, μία φίλη του Λασιθιωτάκη λογίστρια
και ένας ακόμη γνωστός του πλασιέ κοσμημάτων. Μετά την εξέτασή τους αφέθηκαν
ελεύθεροι. Επίσης, εξετάσθηκε και ο Γιάννης Καλογερίδης, ο οποίος, σύμφωνα με
πληροφορίες, υποστήριξε ότι ο Λασιθιωτάκης τού είχε ζητήσει δουλειά και μετά
την κατάθεσή του αποχώρησε.
Απαγωγή 61 ημερών και 1 εκατ. δολαρίων
|
|
Ήταν απόγευμα της Τρίτης 3 Δεκεμβρίου, όταν ένα αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα
στην ερημική περιοχή του Ντράφι. Από το αυτοκίνητο βγήκε ένας άνδρας
καταπονημένος με γάζες στα μάτια και γυαλιά ηλίου. «Μην ανοίξεις τα μάτια σου
για πέντε λεπτά, θα σε παρακολουθούμε», του φώναξαν από το αυτοκίνητο πριν τον
αφήσουν και φύγουν.
Για τον 35χρονο επιχειρηματία Γιάννη Ζώνα ήταν το τέλος ενός εφιάλτη που
διήρκεσε 61 ημέρες, όμηρος στα χέρια απαγωγέων, το τέλος της πρωτοφανούς στα
ελληνικά αστυνομικά χρονικά, λόγω της παρατεταμένης διάρκειας της μαραθώνιας
απαγωγής.
Παραπατώντας κατάφερε να βρει τον κεντρικό δρόμο, να σταματήσει ένα διερχόμενο
ταξί και να επιστρέψει στο σπίτι του στην Εκάλη, στην οικογένειά του.
Η επιστροφή του ήταν το τέλος της δίμηνης αγωνίας για την οικογένεια, τον
πατέρα του Κώστα Ζώνα και στις προσπάθειές του να συγκεντρώσει το υπέρογκο
ποσόν του 1 εκατ. δολαρίων που απαιτούσαν οι απαγωγείς για λύτρα.
Το θρίλερ για την οικογένεια Ζώνα άρχισε στις 2 Οκτωβρίου Ο επιχειρηματίας
Γιάννης Ζώνας δέχθηκε την επίθεση των απαγωγέων στη διασταύρωση των οδών
Πέτρου Ράλλη και Κηφισού, στη διαδρομή από το σπίτι του στην Εκάλη προς τα
γραφεία της επιχείρησης, στον Πειραιά.
Στην οργανωμένη επιχείρησή τους οι απαγωγείς χτύπησαν με μοτοσυκλέτα το τζιπ
του επιχειρηματία και όταν αυτός κατέβηκε να δει τι είχε συμβεί, του
επιτέθηκαν οι απαγωγείς οι οποίοι είχαν καλύψει τα πρόσωπά τους με κράνη. Τον
επιβίβασαν βίαια σε βαν και αφού τού φόρεσαν κουκούλα, τον μετέφεραν στο
κρησφύγετό τους.
Τους δύο μήνες της ομηρείας τού είχαν δεμένα τα χέρια με χειροπέδες και τα
μάτια καλυμμένα με γάζες. Για φαγητό του έδιναν τοστ που έφτιαχναν οι ίδιοι
στο σπίτι, στα πλαίσια των μέτρων ασφαλείας που έπαιρναν για να μη δίνουν
στόχο.
Με ιδιαίτερο επαγγελματισμό χειρίστηκαν τα πάντα στην επιχείρηση απαγωγής και
κυρίως τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν με τον πατέρα του θύματος για να
μη δίνουν το στίγμα τους. Στις πολύ σύντομες συνομιλίες τους, τουλάχιστον 20
κατά τη διάρκεια της απαγωγής, χρησιμοποιούσαν καρτοκινητό.
