|
| Ο Χρήστος Καρασταμάτης είναι Διευθυντής Καταναλωτικών Δανείων της Citibank
|
Στην Ελλάδα, η παροχή πίστωσης και ιδιαίτερα το τμήμα που αφορά την
καταναλωτική πίστη, δηλαδή τους ιδιώτες, τα νοικοκυριά και κατ’ επέκταση τη μη
καλυμμένη καταναλωτική πίστη, όσον αφορά την πρόσθετη ασφάλιση του πιστωτικού
κινδύνου, όπως οι πιστωτικές κάρτες και τα προσωπικά δάνεια, έχει γίνει μόνιμο
και αναπόσπαστο κομμάτι της οικονομίας και της καθημερινής ζωής. Σε αυτό
συνετέλεσαν η απελευθέρωση του τραπεζικού κλάδου, ο έντονος ανταγωνισμός στη
λιανική τραπεζική, λόγω του κενού που υπήρχε στην αγορά και επομένως των
μεγάλων δυνατοτήτων ανάπτυξης και η πτώση του δανειακού κόστους. Έτσι, ενώ
πριν από 10 χρόνια ελάχιστοι Έλληνες γνώριζαν την ύπαρξη του «πλαστικού»
χρήματος και μόλις το 1994 εμφανίστηκαν τα πρώτα καταναλωτικά δάνεια, σήμερα
έχουμε φθάσει τις περίπου 4,2 εκατ. κάρτες, με όγκο συναλλαγών 1,5 τρισ. δρχ.,
ενώ το υπόλοιπο χορηγηθέντων καταναλωτικών / προσωπικών δανείων βρίσκεται στο
1,25 τρισ. δρχ.
Όπως στις περισσότερες περιπτώσεις που επέρχεται μια αλλαγή, τα αποτελέσματα
αυτής της γρήγορης αύξησης της πιστωτικής επέκτασης είναι και θετικά και
αρνητικά, με ζητούμενο πάντα την χρυσή ισορροπία μεταξύ των δύο. Η απόκτηση
καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών έγινε πιο εύκολη, η αγοραστική δύναμη
(ρευστότητα) των καταναλωτών αυξήθηκε, η ζήτηση μεγάλωσε ενισχύοντας την
ανάπτυξη των επιχειρήσεων και καλυτερεύοντας την ποιότητα ζωής και τελικά
συνεισέφερε στην τόνωση της οικονομίας και στη διατήρηση μιας υγιούς
ανάπτυξης. Από την άλλη, η ανεξέλεγκτη αύξηση ρευστότητας στους καταναλωτές
μεγαλώνει την πιθανότητα πληθωριστικών τάσεων στην οικονομία και αυξάνει τον
κίνδυνο της υπερχρέωσης των νοικοκυριών, με δυσμενείς συνέπειες στην
οικονομία, στην κερδοφορία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, αλλά και στους
ίδιους τους καταναλωτές.
Σήμερα, με την παγκόσμια οικονομία στα πρόθυρα μιας μεσοπρόθεσμης ύφεσης, η
καταναλωτική πίστη – και συνεπώς ο τραπεζικός τομέας – καλείται να παίξει
σημαντικό και πρωτεύοντα ρόλο στην οικονομία της χώρας. Στην Ελλάδα, η
χορήγηση καταναλωτικής πίστης θα συνεχίσει να μεγαλώνει, αλλά όχι με τους
μέχρι σήμερα υπερ-ταχείς ρυθμούς. Πρώτον, διότι πρέπει να ελεγχθούν οι
επιπτώσεις στον πληθωρισμό, κυρίως μέσω διοικητικών αποφάσεων και παρεμβάσεων
που θα εστιάζονται σε συγκεκριμένες πλευρές της καταναλωτικής πίστης (π.χ.
ποιότητα πορτοφολιού). Δεύτερον, διότι ένα μεγάλο τμήμα των καταναλωτών
φαίνεται να έχει πλησιάσει, αν όχι υπερβεί, τα όρια του δανεισμού που του
επιτρέπει το εισόδημά του, δεδομένου ότι οι περισσότεροι δανειολήπτες σήμερα
είναι μικρού ή μικρομεσαίου εισοδήματος.
Οι δύο ανωτέρω λόγοι, σε συνδυασμό με την ενοποίηση των αγορών, την ανάπτυξη
διασυνοριακής πώλησης / προώθησης προϊόντων καταναλωτικής πίστης και την
είσοδο στην αγορά μη χρηματοοικονομικών εταιρειών, προδιαγράφουν ότι στο άμεσο
μέλλον ο ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών θα γίνει ακόμη σκληρότερος, με
ωφελημένο τον προσεκτικό και φρόνιμο καταναλωτή, η κερδοφορία θα γίνει
χαμηλότερη και δυσκολότερη. Προκειμένου οι ελληνικές τράπεζες να επιβιώσουν
στην καταναλωτική πίστη σε ένα περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού και αυξανόμενων
απαιτήσεων, θα πρέπει να εκτιμούν την πιστοληπτική ικανότητα των δανειοληπτών
και να αποτιμούν τον πιστωτικό κίνδυνο, να αξιολογούν και να διαμορφώνουν
συνεχώς διαδικασίες και προϊόντα, να εξετάζουν συχνά την οργανωτική και
λειτουργική τους διάρθρωση με βασικό σκοπό τη μείωση του λειτουργικού κόστους,
το οποίο είναι σήμερα αρκετά υψηλότερο έναντι άλλων ευρωπαϊκών χωρών, πάντοτε
με γνώμονα την ποιοτική απάντηση στις ανάγκες του πελάτη.
Για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των όλο και πιο απαιτητικών καταναλωτών, οι
τράπεζες θα πρέπει να επικεντρωθούν στη δημιουργία διαφοροποιημένων προϊόντων
μέσα από μια ποικιλία εναλλακτικών καναλιών προώθησης / παράδοσης έτσι ώστε να
προσφέρουν εξατομικευμένη εξυπηρέτηση των πελατών τους. Τα κέρδη των τραπεζών
θα βασίζονται όλο και περισσότερο στη διατήρηση μιας συνολικής και
μακροχρόνιας σχέσης με τους πελάτες τους.
Η μείωση, όμως, του λειτουργικού κόστους, η δημιουργία καινοτόμων προϊόντων
και υπηρεσιών και η εφαρμογή νέων τεχνολογιών, δεν είναι μόνο θέμα εσωτερικής
αναδιάρθρωσης, αλλά και εμπειρίας, τεχνογνωσίας, κεφαλαίων για υψηλές
επενδύσεις και οικονομίας κλίμακας. Το αποτέλεσμα θα είναι πολλές από τις
ελληνικές τράπεζες να αναζητήσουν συνεργασίες ή στρατηγικές συμμαχίες.
Η παρουσία πολλών πιστωτικών και περισσότερο εξειδικευμένων προϊόντων,
διακινούμενων μέσω ποικίλων καναλιών (χρηματοοικονομικών ή μη εταιρειών,
τραπεζικών καταστημάτων, τηλεφώνου, internet, αντιπροσώπων, εμπορικών
καταστημάτων) θα είναι αυτό που θα χαρακτηρίζει την αγορά της καταναλωτικής
πίστης του αύριο προς όφελος του καταναλωτή. Οι πιστωτικοί οργανισμοί θα
μπορούν να ελέγχουν τη συνολική πιστωτική συμπεριφορά του πελάτη και να
τιμολογούν το προσφερόμενο προϊόν ανάλογα (διαφοροποιημένη τιμολόγηση) και
αυτό προς όφελος του φερέγγυου καταναλωτή. Αλλά και οι πελάτες θα είναι
καλύτεροι γνώστες των προϊόντων σε σχέση με τις ανάγκες τους και πιο
απαιτητικοί, όχι μόνον στο να συνδυάσουν το σωστό προϊόν με τη δική τους
ανάγκη, αλλά απαιτώντας ορθότητα, διαφάνεια, ειλικρίνεια, ενημέρωση, ποιότητα.
Για τον καταναλωτή, η πιστοληπτική ικανότητα είναι ένα πολύτιμο αγαθό στη
σύγχρονη οικονομία, γιατί του παρέχει τη δυνατότητα να αποκτήσει τα αγαθά που
χρειάζεται αποφεύγοντας την χρόνια αποταμίευση. Η πίστωση, λοιπόν, είναι ένα
καλό οικονομικό εργαλείο, που όμως θα πρέπει κανείς να προσέχει πώς το
χρησιμοποιεί. Η κακή χρήση μπορεί να μετατρέψει την πίστωση σε έναν επικίνδυνο
πειρασμό, οδηγώντας τον πιστούχο σε δανεισμό πέραν των δυνατοτήτων του να
αποπληρώσει. Γι’ αυτόν τον λόγο, η σωστή χρήση της καταναλωτικής πίστης είναι
μία από τις χρησιμότερες ικανότητες που πρέπει να αποκτήσει ο σύγχρονος άνθρωπος.
