Ονομάστηκε «Κολ-γκέιτ». Και ήθελε τον Γερμανό καγκελάριο να «δωρίζει»

ουσιαστικά τα διυλιστήρια της Λόινα στη γαλλική Elf εισπράττοντας ως

αντάλλαγμα 30 εκατομμύρια μάρκα. Και μάλιστα κατόπιν εντολής τού Φρανσουά

Μιτεράν.

Χέλμουτ Κολ. «Στην πραγματικότητα, δηλώνει ο Λετιέ, δεν υπήρξε «Κολ-γκέιτ»»

Μόνο που όπως αποκάλυψε πρόσφατα ένας σύμβουλος επιχειρήσεων και πρώην

συνεργάτης της Elf, αυτή η θεωρία περί οικονομικής συνωμοσίας Μιτεράν και Κολ

ήταν στην ουσία ένα προπέτασμα καπνού που επινόησαν κάποια διευθυντικά στελέχη

της Elf με σκοπό να καλύψουν τις δικές τους ατασθαλίες.

Η «δωρεά»

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή: το 1992, η γαλλική πετρελαϊκή

εταιρεία Elf εξαγόρασε τα διυλιστήρια της Λόινα στην πρώην Ανατολική Γερμανία

βάσει μίας σύμβασης με ιδιαίτερα προνομιακούς όρους. Πίσω από τους όρους

αυτούς κρυβόταν μία «δωρεά» ύψους 30 εκατομμυρίων μάρκων που κατέθεσε η Elf

στο ταμείο του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος με τις ευλογίες τού τότε

προέδρου της Γαλλίας Φρανσουά Μιτεράν. Πρόσφατα, ωστόσο, ο Πιερ Λετιέ, ένας

πρώην αξιωματούχος των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών, που εφέρετο να είναι ο

«μεσάζων» της παράνομης χρηματοδότησης, παραχώρησε στις εφημερίδες «Le Temps

of Swutzerland», «Der Spiegel» και «International Herald Tribune» μία σειρά

συνεντεύξεων στις οποίες παρουσιάζει μία διαφορετική θεωρία.

Η οποία θέλει ορισμένα διευθυντικά στελέχη της Elf να επινοούν το «Κολ-γκέιτ»

προκειμένου να καλύψουν τις υπεξαιρέσεις χρημάτων στις οποίες επιδίδονταν· και

τον ίδιο να έχει τον ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου. Στην πραγματικότητα, «δεν

υπήρξε «Κολ-γκέιτ»», δηλώνει ο Λετιέ.

Η δική του εκδοχή περιγράφει την ομάδα των διευθυντικών στελεχών της Elf ως

μία συμμορία απατεώνων που «εμπορεύονταν» συχνά μεγάλες ποσότητες αδήλωτων

κεφαλαίων εξ ονόματος της Elf.

Στην περίπτωση αυτή, ισχυρίζεται ο Λετιέ, χρησιμοποίησαν τη θέση τους

προκειμένου να εξαπατήσουν την Elf και να διοχετεύσουν τα κεφάλαια μέσω ενός

δαιδάλου από εταιρείες-βιτρίνες και ανώνυμους τραπεζικούς λογαριασμούς. Για να

καλύψουν τα ίχνη τους, ισχυρίζεται ο Λετιέ, οι συνωμότες εφηύραν ένα

παραπλανητικό σχήμα, την ιδέα ότι οι πληρωμές της Elf κάλυπταν μία επιχείρηση

στην οποία εμπλέκονταν τα εθνικά συμφέροντα της Γαλλίας. Κατ’ αυτό τον τρόπο,

ήλπιζαν να αποτρέψουν τους ερευνητές από το να ψάξουν υπερβολικά βαθιά και να

φθάσουν στην αλήθεια.

Το στρατήγημα

Αν αυτό ήταν το στρατήγημά τους, μάλλον στέφθηκε με επιτυχία: η θεωρία περί

συνωμοσίας μεταξύ Κολ και Μιτεράν, οι οποίοι την εποχή εκείνοι ήταν στενοί

σύμμαχοι, έγινε σε γενικές γραμμές αποδεκτή.

Ο Γερμανός ηγέτης αντιμετώπισε το 1994 μία δύσκολη εκλογική μάχη ­ η επιπλέον

χρηματοδότηση θα του είχε φανεί χρήσιμη. Και το Παρίσι ήθελε να διασφαλίσει

την επανεκλογή του, καθώς ο Κολ ήταν ένθερμος οπαδός της ευρωπαϊκής

ολοκλήρωσης.

Για να προωθήσουν την εντύπωση μίας πολιτικής δωροδοκίας, ισχυρίζεται ο Λετιέ,

τα διευθυντικά στελέχη της Elf μεταχρονολόγησαν το συμβόλαιο ώστε να συμπίπτει

φαινομενικά η απόφαση με μία γαλλογερμανική σύνοδο με κυρίαρχο θέμα τη

γερμανική επανένωση, ένα θέμα που εύκολα θα μπορούσε να είχε περιλάβει τα

διυλιστήρια της Λόινα.

Ο Λετιέ ισχυρίζεται ότι η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική, ότι ήταν

επικεφαλής μίας φιλόδοξης αλλά νομότυπης εκστρατείας άσκησης πίεσης στις

γερμανικές αρχές, πως αποζημιώθηκε πλουσιοπάροχα από την Elf για τις υπηρεσίες

του και ουδέποτε κατέβαλε προμήθειες σε Γάλλους ή Γερμανούς πολιτικούς.

Ψεύτικο συμβόλαιο από στελέχη της Elf

Διυλιστήρια Λόινα. Η εξαγορά τους από τη γαλλική Elf πραγματοποιήθηκε βάσει

μιάς σύμβασης με ιδιαίτερα προνομιακούς όρους

Οι ισχυρισμοί του Πιέρ Λετιέ θα εκτιμηθούν σύντομα από τις καθ’ όλα αρμόδιες

δικαστικές αρχές. Ο πρώην αξιωματούχος των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών, που

ζει κυρίως στη Γενεύη, σκοπεύει να καταθέσει σύντομα μήνυση με την οποία θα

κατηγορεί μία ομάδα πρώην διευθυντικών στελεχών της Elf, ότι κατασκεύασαν ένα

ψεύτικο συμβόλαιο με σκοπό «να κρύψουν υψηλές αμοιβές προς όφελός τους». Ο

Λετιέ, όμως, δεν διεκδικεί μόνο την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων.

Διεκδικεί και μία αποζημίωση ύψους 650 εκατομμυρίων δραχμών για τη ζημιά που

υπέστη και τις επαγγελματικές ευκαιρίες που έχασε. Το αν θα κατορθώσει να

εισπράξει την αποζημίωση, είναι άγνωστο. Μέχρι στιγμής, πάντως, η ελβετική

δικαιοσύνη τού έχει συμπεριφερθεί αρκετά «στοργικά»: την Κυριακή, το ελβετικό

υπουργείο Δικαιοσύνης ανακοίνωσε ότι απέρριψε το αίτημα της Γαλλίας περί

σύλληψής του, διότι « δεν περιείχε επαρκείς πληροφορίες που να στοιχειοθετούν

μία τέτοια ενέργεια».