Τον τελευταίο μήνα, τα βουνά που δεσπόζουν στην Κοιλάδα της Φεργκανά, στην

καρδιά της Κεντρικής Ασίας, έχουν μετατραπεί ξανά σε θέατρο ισλαμικών

επιχειρήσεων. Με αυτό τουλάχιστον το «λάβαρο» προελαύνουν οι μικρές ομάδες των

Ουζμπέκων μουτζαχεντίν: το Ισλαμικό Κίνημα του Ουζμπεκιστάν (ΜΙΟ) δηλώνει ότι

θέλει να ανατρέψει το «ανίερο καθεστώς» του απόλυτου κυρίαρχου του

Ουζμπεκιστάν, προέδρου Ισλάμ Καρίμοφ, και να απελευθερώσει «τους δεκάδες

χιλιάδες μουσουλμάνους που σαπίζουν στη φυλακή». Μολαταύτα, υπάρχουν διάφορες

θεωρίες όσον αφορά τις πραγματικές βλέψεις αυτού του κινήματος.

Δυσπρόσιτος

Με δύναμη 1.000 έως 2.000 ανδρών, βάσεις στο Τατζικιστάν και στο Αφγανιστάν

και υποστηρικτές σε πολλές άλλες ισλαμικές πρωτεύουσες, το ΜΙΟ έστειλε στη

μάχη μονάχα ένα μικρό τμήμα των στρατευμάτων του. Ολιγομελείς ομάδες ανταρτών

επετέθησαν σε στρατιωτικά φυλάκια του Ουζμπεκιστάν και του γειτονικού

Κιργιστάν, μίας άλλης διόδου προς την Κοιλάδα της Φεργκανά. Οι μουτζαχεντίν

οχυρώνονται σε δυσπρόσιτα βουνά, που φθάνουν συχνά σε υψόμετρο τα 3.000 μέτρα

­ ως εκ τούτου, το πυροβολικό και η αεροπορία του Ουζμπεκιστάν και του

Κιργιστάν αδυνατούν να τους αντιμετωπίσουν.

Το ΜΙΟ

Πριν καλά-καλά ανακοινώσει το Ουζμπεκιστάν ότι έχει «εξολοθρεύσει» τους

πρώτους αντάρτες που έκαναν την εμφάνιση τους στην περιοχή της Σουρκχανταριά,

στα σύνορα με το Αφγανιστάν, κάποιοι άλλοι αναδύονταν 80 χιλιόμετρα έξω από

την πρωτεύουσα της χώρας Τασκένδη, απειλώντας να την αποκόψουν από την περιοχή

της Φεργκανά.

Το ΜΙΟ είναι δραστήριο και στο Κιργιστάν, όπου και κατέλαβε πριν από έναν

χρόνο το χωριό Μπατκέν, στα νότια της Φεργκανά. Τα μέλη του δεν

αντιπροσωπεύουν κάποια άμεση απειλή για τις αρχές του Ουζμπεκιστάν, μια χώρα

με 25 εκατομμύρια κατοίκους και έναν αρκετά ισχυρό στρατό.

Μολαταύτα, η πίεση που ασκούν είναι ορατή και η τυφλή καταστολή τους αυξάνει

τη λαϊκή συμπάθεια προς τους ισλαμιστές.

Ελπίζοντας ότι το Ουζμπεκιστάν θα πέσει μια μέρα σαν ώριμο φρούτο, οι

μουτζαχεντίν προσπαθούν να επεκτείνουν το δίκτυό τους, βοηθώντας παράλληλα

τους Αφγανούς «χορηγούς» τους: οι επιθέσεις του ΜΙΟ συνέπεσαν με εκείνες των

Ταλεμπάν εναντίον του κύριου εχθρού τους, ταγματάρχη Αχμάντ Σαχ Μασούντ. Και η

θεωρία του συντονισμού ενισχύεται από το γεγονός ότι οι Ουζμπέκοι αντάρτες

κατάφεραν να κόψουν, στη Σουρκχανταριά, τη χερσαία οδό ανεφοδιασμού του

Μασούντ με όπλα.

Οι Ταλεμπάν όμως δεν θεωρούνται ως οι μοναδικοί εξωτερικοί υποστηρικτές του

ΜΙΟ.

Παραδόξως, οι Ουζμπέκοι ισλαμιστές φέρονται να χαίρουν της υποστήριξης τόσο

της Τεχεράνης όσο και της Μόσχας.

Οι Ιρανοί αποκτούν έτσι ένα μέσο πίεσης στο Ουζμπεκιστάν, ο πρόεδρος του

οποίου, δηλωμένος εχθρός του καθεστώτος των μουλάδων, εμποδίζει την πρόσβασή

τους στη μεγαλύτερη αγορά της Κεντρικής Ασίας. Η Μόσχα, από την άλλη πλευρά,

χρησιμοποιεί το ΜΙΟ εναντίον του Ουζμπέκου προέδρου ώστε να τον κάνει να

απομακρυνθεί από τους δυτικούς συμμάχους του.

Η μεγάλη φιλο-ρωσική στροφή του Καρίμοφ, άλλωστε, πραγματοποιήθηκε μετά τις

αιματηρές επιθέσεις του Φεβρουαρίου 1999 στην Τασκένδη, οι οποίες αποδόθηκαν

σε αντάρτες του ΜΙΟ. Σύμφωνα μάλιστα με την επίσημη εκδοχή, ορισμένοι από

αυτούς είχαν «περάσει από τη σχολή τρομοκρατίας Χατάμπ» στην Τσετσενία.

Τατζικιστάν

«Η Μόσχα επέτρεψε στους αντάρτες του ΜΙΟ να συσπειρωθούν στο Τατζικιστάν το

1998 και το 1999, στην αιχμή της διαμάχης μεταξύ του Κρεμλίνου και του

προέδρου Καρίμοφ, που απειλούσε τότε να αποχωρήσει από το Σύμφωνο συλλογικής

συμμαχίας της Κοινότητας των Ανεξαρτήτων Χωρών», δηλώνει ο Τατζίκος

δημοσιογράφος Ντοντογιάν Ατοβούλο, ο οποίος ζει εξόριστος στη Μόσχα.

Σήμερα, όμως, «το τζίνι έχει βγει από το λυχνάρι, κανείς δεν ελέγχει πλέον το

ΜΙΟ και οι Ρώσοι δεν ξέρουν τι να κάνουν», τονίζει.

Ο Ντοντογιάν Ατοβούλο υπήρξε άλλοτε υπέρμαχος των Τατζίκων ισλαμιστών· σήμερα

όμως καταγγέλλει τις παρεκκλίσεις των παλαιών του φίλων, οι οποίοι συμμετέχουν

πλέον στην κυβέρνηση συνασπισμού, και κυρίως την κρυφή υποστήριξη που παρέχουν

στον ηγέτη του ΜΙΟ Ντζουμά Ναμανγκανί. Ο Ατοβούλο δέχθηκε επανειλημμένως

απειλές για τη ζωή του όταν κατηγόρησε δημοσίως τη Μόσχα και τους Τατζίκους

ηγέτες για «κατήχηση» του Ουζμπέκου προέδρου Ισλάμ Καρίμοφ.

Μάχη για τον έλεγχο των «δρόμων» του λαθρεμπορίου ναρκωτικών

Πενήντα τρεις Τατζίκοι δημοσιογράφοι έχουν δολοφονηθεί στο Τατζικιστάν τα

τελευταία οκτώ χρόνια. Ο τελευταίος δολοφονήθηκε την περασμένη εβδομάδα στην

πρωτεύουσα Ντουσανμπέ. Το Τατζικιστάν απειλείται σήμερα από νέες συρράξεις,

αυτή τη φορά μεταξύ των διαφόρων τοπικών εμπόρων ναρκωτικών. Γεγονός που

στηρίζει και μια τρίτη θεωρία όσον αφορά τα κίνητρα του Ισλαμικού Κινήματος

του Ουζμπεκιστάν.

Οι Ρώσοι στρατιώτες που φρουρούν τα σύνορα με το Αφγανιστάν έχουν ως αποστολή

να εμποδίζουν τις διεισδύσεις των ισλαμιστών και το εμπόριο των ναρκωτικών. Τα

σύνορα όμως παραμένουν πορώδη και όλοι οι τοπικοί πρωταγωνιστές,

συμπεριλαμβανομένων των Ρώσων, ζουν από το εμπόριο ηρωίνης ­ το Αφγανιστάν, η

μεγαλύτερη παραγωγός χώρα ηρωίνης στον κόσμο, διπλασίασε πέρυσι τις παραδόσεις

του. Το Ισλαμικό Κίνημα του Ουζμπεκιστάν λοιπόν και ο νεαρός του ηγέτης

Ντζουμά Ναμανγκανί επιχειρούν ενδεχομένως να θέσουν υπό τον έλεγχο τους όλες

τις οδούς του λαθρεμπορίου ναρκωτικών, προκειμένου να αυξήσουν την «έκταση»

της δικαιοδοσίας και κατά συνέπεια και της ισχύος τους ­ έστω κι αν αυτό

σημαίνει ότι είναι αναγκασμένοι να εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία για σύναψη συμμαχίας.