«Θέλουμε γνώση, όχι απόγνωση». Ήταν πέρυσι και φέτος παρέμεινε ένα από τα
κεντρικά συνθήματα των μαθητικών κινητοποιήσεων. Τι εννοούν οι έφηβοι; Τι
είναι αυτό που οδηγεί όσους οδηγεί στην αίσθηση της απόγνωσης, είτε
πραγματικής είτε υπερβάλλουσας; Τι αλλαγές έφερε στη ζωή τους η εφαρμογή της
μεταρρύθμισης; Οι πλέον αρμόδιοι να το εξηγήσουν είναι οι ίδιοι. Χωρίς
συνθηματολογία και αφορισμούς, χωρίς «κάτσε καλά Γεράσιμε», αλλά με ωριμότητα
και ειλικρίνεια, έξι μαθητές τρεις της Β’ και τρεις της Γ’ Λυκείου μιλούν
στα «ΝΕΑ» για τις αλλαγές που έφερε το νέο σύστημα στη ζωή τους και για τους
λόγους που τους οδήγησαν στις περσινές καταλήψεις. Η κοινή συνισταμένη όλων
των απαντήσεων, που κατά τα άλλα διαφέρουν, αφορά το ξαφνικό πέρασμα από την
ανεμελιά της εφηβείας στην εποχή της επιτάχυνσης. Μπήκαν απότομα, λένε τα
παιδιά, σε συνθήκες ανταγωνισμού και υψηλών απαιτήσεων, χωρίς να είναι
προετοιμασμένοι, αλλά ούτε καν υποψιασμένοι γι’ αυτό που συνάντησαν. Δεν
κατηγορούν όλοι τη μεταρρύθμιση. Όμως όλοι τους διαπιστώνουν ότι η εφαρμογή
της ήταν εσπευσμένη και «ανάποδη», δηλαδή «σαν να κτίζεις ξεκινώντας από τα
κεραμίδια», όπως το έθεσε ένας από αυτούς.
«Ένα σύστημα που να μη χωρίζει τους μαθητές»
|
|
Η Ευαγγελία Κυριαζίδου ξεχνάει τα καθημερινά προβλήματα χορεύοντας. Έχει
μεράκι για το κλασικό μπαλέτο. Ταυτόχρονα όμως είναι μαθήτρια της Γ’ Λυκείου,
στην Ιωνίδειο Σχολή του Πειραιά. Για να ανταπεξέλθει στο σχολείο χωρίς να
εγκαταλείψει το μεράκι της, εκτός από μπαλαρίνα έγινε και… δρομέας. Επίσης
έμαθε την «τέχνη» της αναβολής.
Εγκατέλειψε προσωρινά την εκμάθηση αγγλικών και γαλλικών, προτού πάρει τα
διπλώματα. Παραμέλησε το διάβασμα των πολυαγαπημένων της εξωσχολικών βιβλίων.
Έχασε τους παιδικούς της φίλους. Και κοιμάται το πολύ 6 ώρες, αφού διαβάζει
έως τη 1-1.30 τη νύχτα και ξυπνάει στις 7 το πρωί.
Με όλα αυτά, επιπλέον με τη ρετσινιά περί «τεμπέληδων μαθητών» να την κυνηγάει
από τις περσινές καταλήψεις, μάλλον φυσικό είναι ότι ακούει «μεταρρύθμιση» και
η πρώτη ατάκα που έρχεται στο μυαλό της είναι «κουφάλες δεν ξοφλήσαμε»! Και να
σκεφτεί κανείς ότι διαφωνεί με τη μεταρρύθμιση, αλλά όχι επειδή θεωρεί καλό το
προηγούμενο σύστημα. Όμως με το νέο ένιωσε πολύ νωρίς στο πετσί της «την
έννοια του σκληρού ανταγωνισμού για τον βαθμό που, μόνο ευγενής άμιλλα δεν είναι».
|
| Ευαγγελία Κυριαζίδου μαθήτρια της Γ’ Λυκείου στην Ιωνίδειο Σχολή Πειραιά
|
Η βαθμοθηρία, λέει η Ευαγγελία, «έχει αυξηθεί τόσο πολύ, που όλοι μας κυνηγάμε
ακόμα και μίση μονάδα γιατί θα παίξει ρόλο. Και το φροντιστήριο έγινε
απαραίτητο. Αυτό σίγουρα δεν είναι το σχολείο που ονειρεύομαι». Και ποιο είναι
λοιπόν; «Ένα σχολείο που να μου δίνει σωστά και δωρεάν όλα τα βιβλία και να
έχει παιδαγωγικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα από την Α’ Δημοτικού, χωρίς να φοβάμαι
ότι στην τελευταία τάξη θα αλλάξει το σύστημα. Να μην χωρίζει τους μαθητές σε
κατηγορίες, όπως συμβαίνει τώρα με τα ΤΕΕ. Από το σχολείο μου μόνο κάπου 30
παιδιά έφυγαν για τα ΤΕΕ, γιατί δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα στο Λύκειο.
Αλλά κι εκεί όπου πήγαν, δεν έχουν υποδομές και βιβλία. Ένα σχολείο, όπου οι
καθηγητές θα κάνουν μόνο το μάθημα της ειδικότητάς τους, θα επιμορφώνονται
τακτικά και θα μας ενημερώνουν για τις νέες τεχνολογίες. Με σωστές υποδομές,
που να μην έχει σχέση με την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια και συνεπώς με τη
βαθμοθηρία, αλλά να δίνει επαρκείς γνώσεις σε όλους, που δεν θα παραγνωρίζει
τις ιδιαίτερες κλίσεις του καθενός μας, αλλά θα τις ενισχύει».
Η Ευαγγελία υπενθυμίζει με τη στάση της ότι η ανταγωνιστικότητα δεν είναι
όραμα ζωής όλων. Γιατί αν στα 16 σου μπεις απότομα από την ξεγνοιασιά σε κλίμα
σκληρού ανταγωνισμού με «καρότο» τη μελλοντική αποκατάσταση και «μαστίγιο» ένα
εκτενές εξεταστικό σύστημα, «αυτό σημαίνει ότι μας κλέβουν από νωρίς τη ζωή».
Και η κριτική σκέψη; «Μα πώς να την αναπτύξεις, όταν αναγκάζεσαι να διαβάζεις
συνεχώς και με νεύρα τεντωμένα τα ίδια βιβλία σε παραλλαγές; Η κριτική σκέψη
απαιτεί πολύπλευρα ενδιαφέροντα και χρόνο να τα επεξεργαστείς». Η Ευαγγελία
θέλει να ακολουθήσει θεατρικές σπουδές. Άρα η κριτική της σκέψη θα ενισχυόταν
αν προλάβαινε να διαβάσει και κάποια θεατρικά έργα. «Αλλά δεν προλαβαίνουμε με
το νέο σύστημα. Είναι εξοντωτικό». Απότομη ενηλικίωση λοιπόν.
«Τρομάξαμε κι έγιναν οι καταλήψεις»
|
| Κλεοπάτρα Μαμωνή Μαθήτρια της Β’ Λυκείου στη Σιβιτανίδειο Σχολή
|
Είναι 16 χρόνων, παιδί της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Μαθήτρια σήμερα της Β’
Λυκείου, η Κλεοπάτρα ζει πλέον την κανονική της εφαρμογή. Ταυτόχρονα, ζει και
το ξαφνικό πέρασμα από την ανεμελιά της εφηβείας στον σκληρό ρεαλισμό των…
ονείρων της. Αντιφατικό; Όχι, αν τα όνειρα είναι απλά, πραγματοποιήσιμα. «Να
με εμπνέει το σχολείο, να έχω καλύτερη ζωή και λίγο χρόνο ελεύθερο, να βρω
δουλειά, να αποκτήσω οικονομική ανεξαρτησία».
Και όμως, τα ρεαλιστικά της όνειρα «μπλοκάρονται» στην καθημερινότητα. Οι
αιτίες πολλές και κυριότερη «η βεβιασμένη εφαρμογή της μεταρρύθμισης», λέει.
Αλλά με την εφηβική της ζέση, προσθέτει ένα στίχο ενθάρρυνσης: «Αξίζει να
υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει». Ποιες «φωτιές»
απειλούν τα δικά της;
Το Λύκειο της Σιβιτανιδείου, στην Καλλιθέα, όπου πηγαίνει, μπορεί να την
εμπνεύσει ευκολότερα από άλλα, καθώς έχει προαιρετικά προγράμματα διδασκαλίας
ιταλικών, θεάτρου, φωτογραφίας, δημοσιογραφίας, μουσικών οργάνων. Θα ‘λεγε
κανείς, λοιπόν, πως είναι τυχερή. Όμως όχι. Δεν… προλαβαίνει!
Στα 16 της η Κλαίρη Μαμωνή μπήκε απότομα στους έντονους ρυθμούς εργασίας ενός
επαγγελματία. Από τις επτάμιση το πρωί ξεκινάει μαθήματα και τελειώνει κατά
τις έντεκα το βράδυ με το τελευταίο διάβασμα. Οποιοσδήποτε εργαζόμενος θα
βαρυγκωμούσε. «Όμως εγώ αναγκάζομαι σε αυτούς τους ρυθμούς καθημερινά, φέτος.
Εκεί που όλα πέρυσι κυλούσαν ομαλά, ξαφνικά ο ελεύθερος χρόνος εξαφανίστηκε.
Έτσι δεν έχω χρόνο να παρακολουθήσω όσα με εμπνέουν, όπως μαθήματα φωτογραφίας
και ιταλικών…», λέει με παράπονο. «Έτσι όπως ήρθε η μεταρρύθμιση, μόνο το
Σαββατοκύριακο απέμεινε για έξοδο. Όμως την Κυριακή πρέπει να διαβάσω για τη
Δευτέρα, ενώ το Σάββατο έχω φροντιστήριο. Είμαι συνεχώς με το μάτι στο ρόλοϊ».
Η έλλειψη χρόνου επιτείνεται γιατί μαθαίνει επίσης αγγλικά και γαλλικά θα
ήθελε να γίνει διερμηνέας. Αλλά παρότι στο σχολείο της διδάσκονται γλώσσες
«γίνονται πρόχειρα, αφού όλοι ξέρουμε ότι και για να μάθεις γλώσσες πρέπει να
πας σε φροντιστήριο. Στη Σιβιτανίδειο μας χωρίζουν σε επίπεδα ανάλογα με τη
γνώση, όμως αυτό σπάνια συμβαίνει σε αλλά σχολεία. Πέρυσι γνώρισα ένα παιδί
από την Ιταλία που μιλούσε άπταιστα αγγλικά και τα είχε μάθει στο σχολείο του.
Μου έκανε τρομερή εντύπωση!».
Σε όλα αυτά, πρέπει να προστεθούν οι ελλείψεις της υποδομής στο σχολείο, τα
βιβλία που δεν έπαψαν, ορισμένα, να είναι στρυφνά και η ελλιπής προετοιμασία
των καθηγητών. «Πέρυσι οι καθηγητές ήταν απροετοίμαστοι. Δεν ήξεραν πολλά για
τη μεταρρύθμιση και τα περισσότερα τα μάθαμε από φυλλάδια και φροντιστήρια.
Έτσι τρομάξαμε και έγιναν οι καταλήψεις. Φέτος τα πράγματα δείχνουν καλύτερα.
Πιστεύω ότι το νέο σύστημα είναι τελικά καλύτερο, γιατί τα πολλά μαθήματα
μειώνουν την αποτυχία σε ένα από αυτά και γιατί ο τρόπος εξέτασης είναι
ευκολότερος και απαιτεί κριτική σκέψη. Αλλά ούτε τα φροντιστήρια έγιναν
περιττά, εξακολουθούν να υπάρχουν στρυφνά βιβλία όπως λ.χ. το Δίκαιο και
λείπουν υποδομές, ειδικά στην τεχνολογική κατεύθυνση».
«Στο φροντιστήριο αγάπησα τα Μαθηματικά!»
|
| Σταυρούλα Κόττια μαθήτρια της Β’ Λυκείου από τα Κ. Πατήσια
|
Η 16χρονη Σταυρούλα Κόττια έχει δικαιολογημένα νεύρα με τη μεταρρύθμιση. Γιατί
η μαθήτρια της Β’ Λυκείου από τα Κ. Πατήσια βίωσε με την εφαρμογή της, εκτός
από την εξαφάνιση του ελάχιστου ελεύθερου χρόνου της, κάτι ακόμα πιο σκληρό.
«Όταν ήμουν στο Γυμνάσιο, έμαθα πως όταν θα μπω στο Λύκειο θα βρω 4 Δέσμες και
για το Πανεπιστήμιο θα εξεταστώ σε 4 μαθήματα μιας Δέσμης. Ήμουν μικρή, δεν
ήξερα ότι τα πράγματα αλλάζουν. Έχοντας κλίση στα φιλολογικά, έδωσα έμφαση σε
αυτά και αμέλησα τα υπόλοιπα, όπως η Φυσική και τα Μαθηματικά, αφού δεν θα
χρειάζονταν για το ΑΕΙ. Όμως τώρα μετράνε. Αυτό είναι καλό μεν, γιατί μας
υποχρεώνει να αποκτήσουμε σφαιρική γνώση, αλλά δεν μας είχαν προειδοποιήσει.
Έτσι έχω μεγάλες ελλείψεις χωρίς να φταίω…».
Για να μειώσει τις ελλείψεις η Σταυρούλα προσφεύγει φυσικά στο
φροντιστήριο. Εκεί, όμως, την οδήγησε επίσης και η αδιαφορία κάποιων
καθηγητών. «Στο φροντιστήριο ασχολούνται μαζί μας, με έκαναν να αγαπήσω τα
Μαθηματικά που δεν καταλάβαινα. Στο σχολείο είναι αδύνατο. Ξέρω πως ακούγεται
βαρύ, αλλά δεν θα με πείραζε να πήγαινα μόνο στο φροντιστήριο…».
Δεν μιλάει αόριστα. Έχει βιώσει μια σκληρή πραγματικότητα. «Ο αδελφός μου
είναι ένα παιδί πανέξυπνο, όμως δυσλεκτικό. Όταν η μητέρα μας είπε στο σχολείο
ότι χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα, δεν ασχολήθηκε κανείς. Έτσι ο Παναγιώτης
έχασε κάθε ενδιαφέρον και έφθασε στη Γ’ Γυμνασίου με τρομερές ελλείψεις, που
δεν οφείλονται στον ίδιο αλλά στους καθηγητές. Δεν τα βάζω με όλους, γιατί
υπάρχουν πολλοί με πάθος και όρεξη να ασχοληθούν στ’ αλήθεια με εμάς. Όμως
αυτό που με εκνευρίζει είναι η απάθεια πολλών άλλων. Ίσως συμβαίνει γιατί
έχουν πολλά χρόνια στην εκπαίδευση και κουράστηκαν. Αλλά ένας δάσκαλος
αληθινός, δεν μπορεί να βαριέται…».
Η απουσία υποδομών στο σχολείο και κάποια στρυφνά, κακογραμμένα βιβλία είναι
τα επόμενα παράπονα. «Τα περισσότερα βιβλία μας, εκτός του ότι δεν είναι
γραμμένα έτσι ώστε να μας προσελκύουν, περιέχουν δεδομένα που θα έπρεπε να
ξέραμε από το Γυμνάσιο. Τι γίνεται όμως με όσους δεν είχαμε δώσει βάση τότε;
Τίποτα! Δεν έχουν καν επεξηγήσεις. Και οι καθηγητές δεν ασχολούνται να τα
εξηγήσουν. Άρα απομένει το φροντιστήριο, είτε να ανατρέξουμε στα βιβλία του
Γυμνασίου που βέβαια δεν έχουμε πια».
Και να ήταν μόνον αυτά. Η Σταυρούλα θέλει να γίνει δημοσιογράφος. Το σχολείο,
όμως, δεν την καθοδήγησε ώστε να εντοπίσει τις δεξιότητές της. «Επαγγελματικός
προσανατολισμός; Αστειεύεστε! Υπάρχει το μάθημα, αλλά πότε μας το κάνει
φιλόλογος, πότε μουσικός και δεν ξέρουν τι να μας πουν ακριβώς. Μάλιστα, αν
τύχει να έχουμε μείνει πίσω στην ύλη, κάνουν τα δικά τους μαθήματα εκείνη την
ώρα. Δηλαδή αυτό το μάθημα είναι για εμάς… η ώρα του παιδιού».
Έτσι η μαθήτρια της Β’ Λυκείου ξυπνά στις 7.30 το πρωί και διαβάζει έως αργά
το βράδυ για να αντεπεξέλθει στην απότομη αλλαγή. Και μέσα στην ανακατωσούρα,
ανακαλύπτει και κοινωνικές ανισότητες.
«Να ξανασκεφτεί ο υπουργός το θέμα των μετεξεταστέων»
|
| Δημήτρης Γλυφός μαθητής της Β’ Λυκείου στα Κ. Πατήσια
|
Αν ο 16χρονος μαθητής της Β’ Λυκείου Δημήτρης Γλυφός συναντούσε τον υπουργό
Παιδείας, δεν θα του ζητούσε να καταργήσει το νέο σύστημα. «Τώρα που το ζω,
δεν το βρίσκω και τόσο τρομακτικό, όπως πέρυσι που ήμουν στην Α’ Λυκείου». Θα
του έλεγε όμως να ξανασκεφτεί το θέμα των μετεξεταστέων, «γιατί δεν
καταλαβαίνω τον λόγο που κατήργησε τον θεσμό και, κυρίως, να αλλάξει τους
συντελεστές με τους οποίους υπολογίζεται κάθε μάθημα. Εγώ ενδιαφέρομαι για τα
νομικά, που σημαίνει ότι τα μαθηματικά λ.χ. δεν με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα.
Εντάξει, να τα μάθω κι αυτά για να έχω πολύπλευρη γνώση. Αλλά είναι άδικο να
έχουν όλα τα μαθήματα τον ίδιο συντελεστή, θα έπρεπε αυτά που με ενδιαφέρουν
να έχουν μεγαλύτερο».
Ο Δημήτρης είναι μοναχοπαίδι και θέλει να γίνει «μάλλον δικηγόρος». Το
«μάλλον» οφείλεται στον ανύπαρκτο επαγγελματικό του προσανατολισμό. Στα
χαρτιά, το σχολείο του τον παρέχει. Στην πράξη όμως, «πέρυσι μάς έκανε ένας
μαθηματικός. Μια φορά μπήκε στην τάξη και μας είπε να πάρουμε κανέναν… οδηγό
σπουδών, γιατί δεν είχε πια τι να μας πει. Εν τέλει, την ώρα εκείνη κάναμε μαθηματικά…».
Αρχικά ο Δημήτρης φοβήθηκε τόσο από αυτά που άκουγε για τη μεταρρύθμιση, ώστε
σκέφτηκε να πάει στα ΤΕΕ. Όμως δεν τα βρήκε όπως φανταζόταν. «Έπρεπε να γίνει
η μεταρρύθμιση, όμως θα ήταν καλύτερα για όλους αν γινόταν σταδιακά και με την
κατάλληλη υποδομή εξασφαλισμένη. Αρχικά είχα θορυβηθεί και σκεφτόμουν να πάω
στα ΤΕΕ. Όμως έχω φίλους εκεί και μου είπαν ότι δεν έχουν ακόμα υποδομές και
εργαστήρια, δεν έχουν βιβλία και τους λείπουν και καθηγητές».
Τελικά ο Δημήτρης ξεπέρασε τον φόβο του και πήγε στο Ενιαίο Λύκειο. Και,
φυσικά, ξεκίνησε και το φροντιστήριο. «Γιατί δεν υπάρχει ούτε ένας συμμαθητής
που να επιδιώκει να μπει στο Πανεπιστήμιο και να μην πηγαίνει στο φροντιστήριο
πια. Στο σχολείο δεν μπορεί ο καθηγητής να ασχοληθεί μαζί μου, γιατί έχει άλλα
30 παιδιά στην τάξη. Αυτή είναι η αποτυχία του σχολείου. Έτσι όμως ο ελεύθερος
χρόνος μου εκμηδενίστηκε τελείως άσε, που οι γονείς πληρώνουν πολλά. Ξυπνάω
το πρωί στις 7.15, πάω σχολείο έως τις 1.30-2.00, διαβάζω, και το απόγευμα πάω
στο φροντιστήριο και μετά ξαναδιαβάζω έως αργά το βράδυ. Κατ’ εξαίρεση, παίζω
και μπάσκετ αν βρω λίγο χρόνο…».
Το σχολείο που ονειρεύεται «θα ‘θελα να έχει αμεσότητα, καθηγητές που
ενδιαφέρονται και να μην είναι συνδυασμένο με το Πανεπιστήμιο. Να μπαίνουμε
εύκολα στα ΑΕΙ, αλλά να είναι δύσκολο να βγούμε. Έτσι, και θα επιλέγαμε αυτό
που πράγματι μας ενδιαφέρει, και αν αποτυγχάναμε, η αποτυχία θα ήταν δικιά
μας. Και ούτε θα κάθονταν οι φοιτητές 7-8 χρόνια να τεμπελιάζουν. Οι καθηγητές
επίσης, θα ‘θελα να είναι και “ψυχολόγοι” στην τάξη, γιατί δεν είναι ίδια όλα
τα παιδιά. Να μη συμπεριφέρονται σαν δημόσιοι υπάλληλοι. Άκουσα ότι στον
διαγωνισμό που έγινε για εκπαιδευτικούς, περίπου το 70% απέτυχε να πιάσει το
14. Εκείνοι που απέτυχαν πώς θα μου μάθαιναν εμένα π.χ. μαθηματικά, που ακόμα
και με καλό καθηγητή δεν τα πολυκαταλαβαίνω;». Έλα, ντε!




