ΕΜΟΙΑΖΑΝ θεατρικά αλλά δεν ήταν πολλά από τα «σενάρια» που παίχτηκαν στη
μεγάλη σκηνή των γεγονότων του ’98. Η ζωή, για άλλη μια φορά, αντέγραφε την
Τέχνη στην πιο ακραία, στην πιο σκληρή της εκδοχή και για μια ακόμη φορά
«αρίστευε» στον παράδοξο διαγωνισμό ανθρώπινου πόνου. Στην αλυσίδα των
γεγονότων της χρονιάς που όπου να ‘ναι τελειώνει, ακούσιοι πρωταγωνιστές
έσυραν τα βήματά τους πάνω στη σκηνή, αναλαμβάνοντας τους πρώτους ρόλους και
πληρώνοντας πολλαπλάσιο τίμημα. Κάποιοι απ’ αυτούς μάς συγκίνησαν βαθιά και
πάντα θα προκαλούν κραδασμούς στη συνείδησή μας. Κάποιοι άλλοι μάς θύμωσαν,
μας εξόργισαν, αλλά δίχως αυτούς δεν θα παιζόταν το έργο! Από τα πρόσωπα που
παρήλασαν διεκδικώντας δικαίωμα στη μνήμη, πρόσωπο της χρονιάς είναι σίγουρα η
Αμαλία Γκινάκη. Η νιότη της εξανεμίστηκε, θυσία στους δαίμονες των καιρών μας.
Η Αμαλία πλήρωσε για όλα όσα «άλλοι» κρατούντες και μη έπραξαν. Και θα
εκπροσωπεί πάντα το αθωότερο θύμα του «απρόσωπου» κράτους, της αναλγησίας, των
λανθασμένων χειρισμών… Η Αμαλία, αλλά και ο Μάριος Γεωργίου, ο Δημήτρης
Κουσουρής, ο έφηβος Γιάννης Κολόβης, είναι πρόσωπα που άφησαν τα αποτυπώματά
τους σε ευαίσθητες χορδές. Αν μπορούσαν να διαλέξουν, όλοι θα επέλεγαν την
ανωνυμία τους και την πορεία ζωής που είχαν ήδη προσχεδιάσει. Αν είχαν
δικαίωμα επιλογής, θα παρέμεναν απλοί θεατές με όλη την γκάμα των
συναισθημάτων στα πεπραγμένα κάποιων άλλων σεναρίων.
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΓΚΙΝΑΚΗ
|
|
Αμαλία Γκινάκη. Η μάνα και τα αδέλφια της δεν αντέχουν ούτε τη σκέψη να ξανακατοικήσουν στο διαμέρισμα της οδού Νιόβης
|
ΑΝ ΟΙ συμπτώσεις, οι συγκυρίες, οι ανθρώπινες αδυναμίες, η «λάθος στιγμή σε
λάθος τόπο και χρόνο» δεν το ήθελαν έτσι, τα βήματα του Σορίν Ματέι δεν θα τον
οδηγούσαν στο διαμέρισμα της οδού Νιόβης 4. Το σπίτι «ανακαινίζεται» εδώ και
καιρό, αλλά δεν θα αντηχήσει ξανά από τα γέλια της Αμαλίας, ούτε από τα
αργόσυρτα βήματα της χαροκαμένης μάνας της. Η τρυφερή Αμαλία και ο Σορίν, ο
«δαίμονάς» της, μετοίκησαν από τον παρόντα χρόνο με διαφορά ημερών. Οι
μαυροφορεμένοι άνθρωποι της Αμαλίας, η τραγική μάνα του Σορίν που γέννησε
τέσσερα παιδιά, αλλά απέμεινε μόνο με ένα, αλυσοδέθηκαν στο ίδιο σκηνικό πόνου
κι ας μην είχαν (ούτε έχουν) καμία απολύτως σχέση μεταξύ τους.
Τρεις μήνες μετά το μακελειό τής οδού Νιόβης και ο πόνος της οικογένειας
Γκινάκη είναι πάντα αξιοπρεπής, σιωπηλός, βασανιστικός. Όλοι είπαμε
«Καληνύχτα» στην Αμαλία, αλλά η μητέρα της, η Σουλτάνα Γκινάκη, αρνείται μέσα
της να το αποδεχθεί. Κανείς από την οικογένεια Γκινάκη δεν θέλει να μιλήσει,
ούτε ο καλός της, ο Απόστολος Μακρινός. Μπορεί να επέστρεψε ο Απόστολος στη
δουλειά και στην καθημερινότητά του, αλλά με το σώμα του, όχι με την ψυχή του.
Τίποτα, ποτέ, δεν θα είναι ίδιο.
Η μάνα και τα αδέλφια της Αμαλίας δεν αντέχουν ούτε την ιδέα να
ξανακατοικήσουν στο διαμέρισμα της οδού Νιόβης: «Οι ζημιές που προκάλεσε η
έκρηξη της χειροβομβίδας, είναι ζημιές που διορθώνονται. Η Αμαλία δεν θα
ξαναγυρίσει πίσω», λέει στα «ΝΕΑ» άτομο του αμέσου περιβάλλοντος της
οικογένειας Γκινάκη, που ζητά να αφήσουν τα ΜΜΕ «στον πόνο της την
οικογένεια», που φιλοξενείται σε σπίτια συγγενών της.
Τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά θα έχουν την πικρότερη γεύση για την
οικογένεια της Αμαλίας. Οι καθημερινές επισκέψεις στο νεκροταφείο, τα
λουλούδια φίλων και συγγενών, τα δάκρυα της μάνας, έκφραση του πόνου, της
απόγνωσης. Και το κράτος των Ελλήνων, που θα αναλάμβανε τα πάντα, ανάλγητο και
ασυγκίνητο, όπως πάντα «πληρώνει» με… δόσεις και με αντίκρυσμα τα τιμολόγια
των εργατών για τις φθορές της χειροβομβίδας και ανέλαβε την ευθύνη ενός
μικρού μόνο ποσού από το συνολικό κόστος της κηδείας!
«Ο ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ»
|
|
Ζένικα Καψοκεφάλου: Ό,τι σήμερα διεκδικώ στα δικαστήρια για τη δολοφονία τού Σορίν, είναι για τις οικογένειες της Αμαλίας και των κρατουμένων στον Κορυδαλλό
|
Σε μια άλλη άκρη της Αθήνας, μια άλλη μάνα, που πάνω της έπεσαν τα φώτα της
δημοσιότητας, η Ζένικα Ντουμίνικο-Καψοκεφάλου, μάνα του «εγκληματία» Σορίν
Ματέι, αναδιπλώνεται στις πτυχές του δικού της μεγάλου πόνου.
Μια μάνα, είναι πάντα μάνα και ο πόνος της απώλειας είναι μεγαλύτερος όταν δεν
έχεις να τον μοιραστείς με κανέναν. Οργανικά εξακολουθεί να ζει η Ζένικα το
χρωστά στη μικρή της από τον δεύτερό της γάμο, την 13χρονη Γεωργία. Τη Γεωργία
που φόρεσε στα δυνατά κρύα το μπουφάν που της χάρισε ο Σορίν, αλλά δεν λέει
δυνατά το όνομά του, το αφήνει σαν υπονοούμενο να σέρνεται, μη και πληγώσει
περισσότερο τη μητέρα της.
Εκείνη, που έθαψε τρία παιδιά και δεν προλαβαίνει να ανανεώνει τα φρέσκα
λουλούδια στους τάφους, ξέρει πολύ καλά τι σημαίνει να χάνει μια μάνα, έτσι
άδικα, το παιδί της. Υπάρχουν πολλοί θάνατοι, μου εξομολογείται. «Λες, το
παιδί μου σκοτώθηκε στον πόλεμο, σκοτώθηκε σε δυστύχημα ή πέθανε από αρρώστια.
Αλλά, όταν λες “το σκοτώσανε”, ξέρεις ότι δεν θα μπορέσεις ποτέ να βρεις καμιά
παρηγοριά. Είναι ο σκληρότερος απ’ όλους τους θανάτους…».
Τρία παιδιά από τον πρώτο της γάμο και τα έχασε και τα τρία.
Η Λιλιάνα έφυγε πρώτη, στα 22 της χρόνια, το ’85. Πήγαινε να δει τον
αρραβωνιαστικό της στην Καρδίτσα, έπεσε πάνω σε ένα δένδρο, «κόπηκε» ο αυχένας
της. Ο μεγάλος της γιος, ο Παύλος, παντρεμένος με μωρό 8 ημερών, επέστρεφε με
τη μηχανή του από τη δουλειά στο σπίτι, τον πήρε σβάρνα μια Μερσεντές, στη
Φιλαδέλφεια, και είχε ακαριαίο θάνατο το ’91.
Μετράει τους θανάτους της η Ζένικα, αλλά κανένας δεν πόνεσε τόσο, το ομολογεί,
όσο αυτός τού Σορίν, που πολύ πριν πεθάνει της είχε χαρίσει πολλούς μικρούς
καθημερινούς θανάτους.
«ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ…»
Δέκα χρόνια, κάθε Τρίτη και κάθε Πέμπτη, ήξερε το δρομολόγιό της. Με τα πακέτα
στο χέρι, έπαιρνε τον δρόμο για τον Κορυδαλλό. Και τώρα, καμιά φορά, ξεχνιέται
και μόλις ξημερώνει Τρίτη ή Πέμπτη, ξεκινάει για τη συνηθισμένη της διαδρομή,
και ύστερα… Δέκα χρόνια δεν έκανε Χριστούγεννα ή Πρωτοχρονιά η Ζένικα. Κι
ούτε ξέρει αν ποτέ της θα ξανακάνει. Δεν έχει, λέει, καμία επαφή με την
οικογένεια Γκινάκη: «Δεν φοβάμαι, θα ‘χει δίκιο ό,τι κι αν πει η μητέρα της
Αμαλίας. Ντρέπομαι, ντρέπομαι πολύ, δεν ξέρω τι να της πω, πώς να την αγγίξω,
παντού πονάει.
Τι να πεις σε μια μάνα που ετοιμαζόταν να παντρέψει το παιδί της και το είδε
να γίνεται κομμάτια από μια χειροβομβίδα; Θα ‘θελα να προσπαθήσω να της πω ότι
το παιδί μου δεν είχε σκοπό κανέναν να σκοτώσει, αλλά νομίζω ότι αυτό είναι
κάτι που και η ίδια το ξέρει. Την ευχαριστώ, όλους τους ευχαριστώ που δεν
είπαν σκληρά πράγματα για τον Σορίν και εμένα, τη μητέρα του…».
Όσο ζούσε η Αμαλία, η Ζένικα βίωνε μια εσωτερική εμπόλεμη κατάσταση: «Θα
μπορούσα να κάνω τα πάντα! Από την ημέρα που πέθανε, δεν είχε νόημα πια αυτός
ο πόλεμος. Και ό,τι σήμερα διεκδικώ στα δικαστήρια για τη δολοφονία του Σορίν,
είναι για την οικογένεια της Αμαλίας και για τις οικογένειες των κρατουμένων
στις φυλακές Κορυδαλλού…».
Στις καθημερινές της επισκέψεις στο νεκροταφείο, ανακαλύπτει λουλούδια,
γράμματα, τρυφερά σημειώματα ακουμπισμένα στον τάφο του Σορίν. Από κοπέλες ή
μάνες με παιδιά: «Κουράγιο…
Έχω δύο παιδιά και δεν ξέρω πού μπορεί να καταλήξουν μια μέρα», της έγραψε μια
μάνα. Αντλεί στάλες κουράγιου, ίσα-ίσα να επιβιώνει, πηγαίνει στη δουλειά της
και, παραδόξως, πάντα στο δικό της ταμείο (στο σούπερ μάρκετ Σκλαβενίτη, στην
εθνική οδό) περιμένουν στην ουρά περισσότεροι άνθρωποι, που με τον τρόπο του ο
καθένας έχουν κάτι να της πουν.
Δ. ΚΟΥΣΟΥΡΗΣ
|
|
ΤΟΝ ΕΙΔΑΜΕ με παραμορφωμένο πρόσωπο να δίνει τη δική του μάχη ζωής στην
Εντατική. Δεν θα γνωρίζαμε τίποτα για τον 24χρονο Δημήτρη Κουσουρή αν δεν ήταν
ένα από τα θύματα της ωμής και απροκάλυπτης βίας του «Περίανδρου» και των
άλλων παλικαράδων της «Χρυσής Αυγής». Επέζησε, ως εκ θαύματος, ο 24χρονος
φοιτητής της Φιλοσοφικής. Έξι μήνες μετά τα γεγονότα, δεν έχει σήμερα κανένα
πρόβλημα υγείας, επέστρεψε στη σχολή, στους φίλους, στη ζωή του.
Αλλά… ο «Περίανδρος» παραμένει ασύλληπτος παρά το ένταλμα σύλληψής του.
Στέλνει γράμματα στην ανακρίτρια που έχει αναλάβει την υπόθεση και ανακοινώνει
αλαζονικά ότι θα εμφανισθεί μόνο στο δικαστήριο «και όχι σε πουλημένους
κονδυλοφόρους και καρεκλοκένταυρους».
Και η οικογένεια του Δημήτρη Κουσουρή; «Όχι μόνο δεν είδαμε συλλήψεις, αλλά
ούτε και ενημέρωση». Πλήρης οργής ο πατέρας του φοιτητή, Πέτρος Κουσουρής, που
λίγο έλειψε να θρηνήσει ένα παιδί, τρέχει από το ένα υπουργείο στο άλλο και
ενάμιση μήνα τώρα το μόνο που συλλέγει είναι… υποσχέσεις «που στην ουσία
αποδεικνύουν την αδιαφορία του κράτους και την προσπάθεια συγκάλυψης των
ενόχων. Ρωτώ, ενοχλώ, ταράζω την ησυχία πολλών, αλλά μόνο όρκους στο “λόγο της
τιμής” κάποιων αρμόδιων ακούω, ανδρική τιμή δεν είδα»!
ΜΑΡΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
|
| Μάριος Γεωργίου. Η αποφυλάκιση δεν διόρθωσε όλες τις αδικίες…
|
ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ πριν ανατείλει ο χρόνος που δύει, πέρυσι την Πρωτοχρονιά, έβγαλε έξω
από τα κάγκελα του Κορυδαλλού μια μουσική κάρτα, «ελευθέρωσε» την
χριστουγεννιάτικη μουσική και τη μοιράσθηκε με τους άλλους κρατουμένους.
Εκείνη η στιγμή για τον Μάριο Γεωργίου ήταν μια οριακή υπαρξιακή στιγμή. Άδικα
φυλακισμένος ήδη δύο χρόνια, ζούσε με τη μία και μόνο πιθανότητα στις χίλιες
να αποδείξει την αθωότητά του στην επικείμενη δεύτερη δίκη του. Πρωτόδικα είχε
καταδικασθεί σε κάθειρξη 15 χρόνων για τον φόνο της κατάκοιτης γερόντισσας
Αργυρώς Θάνου.
Ο Κύπριος φοιτητής της Νομικής, που βρέθηκε, ύστερα από γλέντι, σε κατάσταση
ισχυρού σοκ πάνω από το πτώμα, διακήρυττε από την πρώτη στιγμή την αθωότητά
του. Τον πίστεψαν μόνο η οικογένειά του, οι φίλοι, οι συγγενείς, οι γνωστοί
και οι άγνωστοι που στις περσινές γιορτές του έστειλαν 10.000 ευχετήριες
κάρτες. Το σύστημα, όχι οι άνθρωποι, τον είχε καταδικάσει..
Το ίδιο σύστημα που δέσμευσε την προσωπική του ελευθερία για δυόμισι περίπου
χρόνια, του ‘δωσε το εισιτήριο για τη ζωή τον περασμένο Μάιο. Και σα να μην
είχε συμβεί τίποτα, απολύτως τίποτα, τον… ξέχασε!
Έχει γενναιόδωρη καρδιά ο Μάριος και ένα μεγάλο της κομμάτι λατρεύει την
Ελλάδα. Δεν ήγειρε καμία αγωγή και τίποτα δεν απαίτησε από το ελληνικό κράτος.
Και επτά μήνες αργότερα, όντας αυτή τη στιγμή «Πρόσωπο της χρονιάς» για τα ΜΜΕ
της Κύπρου, βιώνει τον ύψιστο παραλογισμό της κρατικής αναλγησίας.
Είναι πολύ περήφανος άνθρωπος ο Μάριος, αλλά δεν μπορεί παρά να παραδεχθεί ότι
το πτυχίο του αυτό της Νομικής δεν κατόρθωσε ακόμη να το πάρει, γιατί δεν
έχει τα χρήματα ούτε για το εισιτήριο μετάβασής του στην Ελλάδα. Πρόλαβε να
δει τη μάνα του, την 50χρονη Ανδρούλα, που αμέσως μετά τη φυλάκισή του
προσβλήθηκε από μια σπάνια μυοπάθεια κι έλιωνε σαν το κερί επί δυόμισι χρόνια:
«Δεν ήταν η μάνα μου αυτή, σε τίποτα δεν την αναγνώριζα. Δεν μπορούσε ούτε να
μου μιλήσει. Μονάχα με κοιτούσε και έκλαιγε…»
Δεν μπόρεσε να δώσει ζωή απ’ τη ζωή του στη μάνα του. Πέθανε στις 5 Οκτωβρίου.
Η κηδεία της μετατράπηκε σε συλλαλητήριο. Και εκείνος είχε μόνο το κοστούμι
που φορούσε και στη δίκη του.
Νόμιζε ότι αν αποφυλακιζόταν όλα θα τα ξεπερνούσε. Αλλά γελάστηκε. Η εμπειρία
ήταν φρικτή, απροσδόκητη. Από τα έδρανα της Νομικής βρέθηκε λέει στον
Κορυδαλλό: «Έγινα μάρτυρας βασανιστηρίων, φόνων, βιασμών. Γιατί να τα περάσω
όλα αυτά; Σε τι έφταιξα; Σπιλώθηκα, εξευτελίστηκα, αλλά η πολιτεία δεν έχει
συνείδηση. Πρέπει να εκλιπαρήσεις για να πάρεις πίσω όσα σου ανήκουν; Ο ίδιος
ο υπουργός Δικαιοσύνης με “καταδίκασε” σε τηλεοπτική εκπομπή, ένα μήνα πριν
από την εκδίκαση της έφεσής μου! Και αφού αθωώθηκα, δεν βρήκε ούτε ένα λόγο να
ασχοληθεί με την περίπτωσή μου. Στη δική μου θέση θα μπορούσε να είναι κάθε
ανύποπτος πολίτης, κάθε άνθρωπος…»
Στη δική του θέση βρέθηκε μονάχα ο Μάριος. Που παραμένει άνεργος και αδυνατεί
ακόμη να δώσει τα μαθήματα για το πτυχίο του. Έχει κλεισθεί στον εαυτό του,
γράφει το βιβλίο των εμπειριών του από τον Κορυδαλλό, που ακόμη δεν ξέρει πώς
θα ονομάσει, προσεύχεται στο μνήμα της μητέρας του και αγωνιά για το πώς θα
ξοφλήσουν τα χρέη ο πατέρας και τα αδέλφια του: «Σύρθηκα σε δύο δίκες κι αυτό
κόστισε στην οικογένειά μου πάνω από 40.000.000 δραχμές. Τα δανείστηκαν αυτά
τα χρήματα και ακόμη τα χρωστάνε…
Αλλά ανέλαβε κανείς τις ευθύνες του, ή μήπως αναζητήθηκαν και αποδόθηκαν
ευθύνες; Αν δεν υπήρχαν οι δημοσιογράφοι και οι δικηγόροι μου, που σ’ όλη μου
τη ζωή θα ευγνωμονώ, θα σάπιζα ακόμα στις φυλακές σαν τον χειρότερο
εγκληματία». Μια ζωή θα είχε χαθεί και κανείς δεν θα είχε πάρει χαμπάρι…
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΛΟΒΗΣ
|
| Γιάννης Κολόβης. Προστάτης μιας αδύναμης οικογένειας και χωρίς δουλειά…
|
ΟΤΑΝ, τον περασμένο Απρίλη, ένας συνεσταλμένος 18χρονος, ξεπερνώντας τα όρια
των αντοχών του, σκότωνε σε μια θυελλώδη απελπισμένη στιγμή τον πατέρα
του, δεν αναδυόταν στο φως μόνο ένας φόνος, αλλά και ένα απίστευτο
οικογενειακό δράμα.
Ο Γιάννης Κολόβης, ο έφηβος που προσπάθησε να σώσει τη μητέρα του Ευανθία από
τους ανείπωτους καθημερινούς εξευτελισμούς, την κακοποίηση και τους βιασμούς
του πατέρα του μπροστά στα δικά του μάτια, αλλά και στα μάτια του δεκάχρονου
αδελφού του Κώστα , λίγα λεπτά μετά την «κακιά στιγμή» θα προτιμούσε απλώς να
τον είχε καταγγείλει στην Αστυνομία! Αλλά τίποτα απ’ όσα έγιναν δεν επανορθώνεται…
Το ευαίσθητο αγόρι, που βίωνε χρόνια το μαρτύριο της μάνας που τον γέννησε,
κατόρθωσε μετά την προσωρινή αποφυλάκισή του να τελειώσει το Τεχνικό Λύκειο
και να πάρει το πτυχίο του ηλεκτρολόγου. Οι φίλοι, οι συμμαθητές και οι
καθηγητές του, στάθηκαν δίπλα του, τον βοήθησαν. Αλλά εκείνος, δεν μπορεί να συνέλθει.
Αυτά τα Χριστούγεννα είναι τόσο «αλλιώτικα» για τον Γιάννη, την Ευανθία, τον
μικρό Κώστα. Η μόνη αγωνία και η μόνη διέξοδος του Γιάννη, είναι να βρει μια
δουλειά, να στηρίξει την οικογένειά του, αλλά δουλειά δεν βρίσκει: «Είναι
δύσκολο για τους περισσότερους να βρουν δουλειά, πόσο μάλλον για μένα», λέει
στα «ΝΕΑ» ο 18χρονος, και αυτό που υπονοεί είναι το «στίγμα» που τον κυνηγά
μέσα από την πράξη του. Στιγματισμένη παραμένει ολόκληρη η οικογένεια, που τα
φέρνει πολύ δύσκολα, έχει να αντιμετωπίσει μια επικείμενη δίκη αλλά και το
δάνειο της Τράπεζας για το σπίτι που ζουν.
Είναι παράδοξο, αλλά του λείπει ο πατέρας του! Όποιος κι αν ήταν, ήταν ο
πατέρας του. Και δεν μπορεί να ξεπεράσει την απώλειά του μέσα από τα δικά του
χέρια. Να επανορθώσει, είναι μικρή λέξη. Το ξέρει ότι θα πληρώσει το τίμημα
που του αντιστοιχεί. Αλλά δεν σταμάτησε να κάνει όνειρα: «Δίχως όνειρα, δεν
υπάρχει ελπίδα, δεν υπάρχει ζωή». Προσωρινά, μια δουλειά ηλεκτρολόγου θα ‘δινε
στον Γιάννη, που τώρα είναι προστάτης μιας αδύναμης οικογένειας, τη δυνατότητα
να δει κάτω από άλλο πρίσμα τη ζωή του.
Και να αντιμετωπίσει όσα θα ακολουθήσουν…




