ΣΕ ΡΕΠΟΡΤΑΖ των «ΝΕΩΝ» για λειτουργία υποσταθμού της ΔΕΗ δίπλα σε σχολείο στο

Μαρούσι απαντά ο κ. Δ. Σταυρόπουλος, διευθυντής Μελετών, Κατασκευών και

Λειτουργίας Εγκατάστασεων Διανομής της Εταιρείας:

«Ο συντάκτης σας συγχέει το έργο της ολοκλήρωσης της τρίτης γραμμής Βορρά –

Νότου 400 kV (που αφορά στην αξιόπιστη ηλεκτροδότηση όλης της Αττικής και η

οποία πράγματι εκκρεμεί, διότι δεν έχει καταστεί δυνατή η εγκατάσταση των

ολιγάριθμων πυλώνων που υπολείπονται, λόγω αντιδράσεων της κοινότητας του

Κρυονερίου), με το έργο της κατασκευής κλειστού υποσταθμού στο Μαρούσι, έργο

ζωτικής σημασίας για την ομαλή ηλεκτροδότηση του ίδιου του Δήμου Αμαρουσίου

και των όμορων δήμων. Η ανάγκη δημιουργίας υποσταθμού στο Μαρούσι είχε

διαφανεί από σχετικές μελέτες προ 15ετίας τουλάχιστον, γι’ αυτό και η ΔΕΗ

προνόησε να αποκτήσει τον αναγκαίο χώρο ήδη από την περασμένη δεκαετία. Η

επιλογή του χώρου αυτού δεν έγινε τυχαία, αλλά υπακούει στη βασική αρχή ότι οι

υποσταθμοί, ως κομβικά σημεία διάθεσης του ηλεκτρισμού, πρέπει να

εγκαθίστανται στο κέντρο βάρους των φορτίων που εξυπηρετούν. Επομένως, αφενός

τα δύο έργα είναι εντελώς ανόμοια μεταξύ τους (εναέρια γραμμή στην περίπτωση

του Κρυονερίου και κλειστός υποσταθμός στην περίπτωση του Μαρουσιού), αφετέρου

η δημιουργία του υποσταθμού συνιστά αυστηρά εντοπισμένη ανάγκη.

Αντίστοιχοι υποσταθμοί λειτουργούν χωρίς κανένα πρόβλημα κατά την τελευταία

20ετία, σε εξίσου, εάν όχι περισσότερο, πυκνοκατοικημένες περιοχές της

πρωτεύουσας όπως το Παγκράτι, το ιστορικό κέντρο (Αριστείδου), η Καλλιθέα, η

Ν. Ιωνία κ.λπ. σε ορισμένες δε περιπτώσεις στο ίδιο ή σε παρακείμενο κτίριο

στεγάζονται υπηρεσίες της ΔΕΗ με πολυάριθμο προσωπικό και με μεγάλη προσέλευση

κοινού (τεχνικές ή εμπορικές μονάδες, ιατρεία προσωπικού κ.λπ.). Η δημιουργία

κλειστών υποσταθμών εντός εκτεταμένων αστικών κέντρων με υψηλή πυκνότητα

δόμησης και μεγάλη ζήτηση ηλεκτρικού φορτίου, συνιστά διεθνή πρακτική, αφού

είναι αδύνατη η κάλυψη των σημαντικών απαιτήσεων τροφοδότησης με υποσταθμούς

εγκατεστημένους αποκλειστικά στις παρυφές των περιοχών αυτών, όπως συμβαίνει

σε μικρότερες επαρχιακές πόλεις. Έτσι, σε όλες τις μεγαλουπόλεις του κόσμου

λειτουργούν τέτοιοι υποσταθμοί σε κεντρικές θέσεις. Όπως έμπρακτα έχει μέχρι

σήμερα αποδειχθεί, η λειτουργία των εγκαταστάσεων αυτών δεν εγκυμονεί

κινδύνους για το κοινό, τόσο λόγω της αξιοπιστίας του ειδικού για κτίρια

εξοπλισμού που εγκαθίσταται όσο και της τήρησης αυξημένων μέτρων προστασίας.

Σημειώνουμε, εξάλλου, ότι το κτίριο του υποσταθμού θα καταλάβει 1,4 στρέμματα

από τη συνολική έκταση των 3,5 στρεμμάτων του οικοπέδου και έτσι μεγάλο μέρος

της υπολειπόμενης έκτασης θα διαμορφωθεί με δενδροφύτευση, δημιουργία

παρτεριών κ.λπ. και εις τρόπον ώστε να μην αποτελέσει ένα απλό βιομηχανικό

κτίριο, αλλά ένα καλαίσθητο σύνολο που να εντάσσεται με τον καλύτερο δυνατό

τρόπο στον περιβάλλοντα χώρο. Μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων που

εκπονήθηκαν με πρωτοβουλία της ΔΕΗ τόσο από την Πολυτεχνική Σχολή του

Πανεπιστημίου Πατρών όσο και από το Φυσικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Πατρών και

το Φυσικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, κατέδειξαν ότι η λειτουργία του

υποσταθμού αυτού δεν επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία και την ποιότητα

ζωής των περιοίκων (βέβαια και των μαθητών τού σε απόσταση υφισταμένου σήμερα

σχολείου), εξετάζοντας το σύνολο των περιβαλλοντικών παραγόντων που

υπεισέρχονται (θόρυβος, ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία, θερμότητα, απόβλητα,

πιθανοί κίνδυνοι έκλυσης ρύπων κ.λπ.)».