Ελένη Μηνιαδάκη. Μια ζωή στο ρέμα της Χελιδονούς έμαθα να μη φοβάμαι

Εμφανίστηκε ξαφνικά, φορώντας ένα βρώμικο καρό πουκάμισο κι ένα απροσδιορίστου

χρώματος παντελόνι. Δεν κρατούσε τίποτε στα χέρια του, μόνο τη ζωή του. Σα να

ξεκόλλησε από τους κορμούς των δέντρων που φύονται παροχθίως του ρέματος της Χελιδονούς.

ΕΝΑ ΡΕΜΑ-κρησφύγετο όχι μόνο για κλεμμένες νταλίκες με εκρηκτικά,

εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα και προϊόντα εγκλήματος, αλλά και κάθε είδους

κατατρεγμένους και μη έχοντες.

Στην αγκαλιά του ρέματος, που ξεκινάει από την Πέντελη και φθάνει μέχρι την

Πύρνα και τον Ποδονίφτη, συνυπάρχουν υπό το καθεστώς του φόβου, της ερημιάς

και του σκοταδιού, λιγοστοί κάτοικοι, εκατοντάδες μετανάστες και κάποιοι

διερχόμενοι. Οι πρώτοι, ασφαλίζουν με λουκέτα τις καγκελόπορτες, όπου

τουλάχιστον δύο ευμεγέθη σκυλιά προειδοποιούν για κάθε κίνηση. Οι δεύτεροι,

σαν φοβισμένοι λαγοί, τρυπώνουν σε μαντριά και καλύβες πίσω από τις

αγριοβελανιδιές και σε ημικατεδαφισμένα παλιά χοιροστάσια προκαλώντας το φόβο

με την παρουσία τους, αν και διαρκώς κυνηγημένοι. Και οι τρίτοι, χρησιμοποιούν

το φυσικό καμουφλάζ της υψηλής χλωρίδας, μιας περιοχής που ο κ. Τάσος Καζάζης,

δασάρχης Πεντέλης, χαρακτηρίζει «κούκλα» για να κρύψουν από σακούλες με

ρευστό, έως ολόκληρη νταλίκα με εκρηκτικά.

Το πιο «πυκνοκατοικημένο» κομμάτι του ρέματος ξεκινάει από το γεφυράκι της

Τατοΐου, ακριβώς απέναντι από το σταθμό της ΕΥΔΑΠ και καταλήγει στη γέφυρα της

Μεταμόρφωσης. Εκεί, στην οδό Κρεστένων, σε υποδέχονται κατ’ αρχήν δυο-τρία

σπίτια με κλειστά παραθυρόφυλλα και σκυλιά στον κήπο. Λίγο παρακάτω, το τοπίο

αλλάζει.

Πάντα στις όχθες του ρέματος της Χελιδονούς, το ύψος των οικημάτων χαμηλώνει.

Στο σπιτάκι της οικογένειας της Ελένης Μηνιαδάκη, η ζωή μεταφέρεται

ημιυπογείως. Αν φοβάται;

«Όχι παιδί μου, τι να φοβηθώ πια;» λέει χαμογελώντας η γερόντισσα που ήρθε από

την Κρήτη και μεγάλωσε έντεκα παιδιά δίπλα στο ρέμα και το εν αχρηστία

χοιροστάσιο. «Αχ, ήθελα να ‘ξερα, υπάρχει άλλη γυναίκα που θα δεχόταν να

μείνει εδώ;» λέει με παράπονο η κυρα-Ελένη, σκύβοντας να σκαλίσει τη φωτιά

στην εστία της κουζίνας.

«ΤΟΥΣ ΣΥΝΗΘΙΣΑΜΕ»

Η φωτιά της μαγειρεύει το φαγητό και ζεσταίνει το νερό στο σώμα του μοναδικού

καλοριφέρ που υπάρχει στο δωμάτιο «της τηλεόρασης». Το πάτωμα, σ’ αυτό το

φτωχικό ημιυπόγειο που χτίστηκε πριν από 37 χρόνια, είναι τσιμεντένιο. Ο γιος

της ο Θέμης, που δουλεύει στο δήμο, «ούτε ξέρει ούτε είδε» ποτέ τίποτε ύποπτο

στην περιοχή. «Μόνον οι Αλβανοί γυροφέρνουν, αλλά εμείς που είμαστε χρόνια εδώ

τους συνηθίσαμε. Όχι πως δεν μας πείραξαν…».

Μπάζα και εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα φτιάχνουν το τοπίο στην αυλή τους.

Στην απέναντι όχθη, το πίσω μέρος εργοστασίων στο Μενίδι. Ανάμεσά τους και

ένα μαρμαράδικο που «σκέπασε» μια πηγή με πόσιμο νερό «και ήταν το μοναδικό

πραγματικά λυπηρό συμβάν των τελευταίων χρόνων» για τον Θέμη. Η μνήμη τους,

φυσικά, συγκράτησε και την περίπτωση των παιδιών που ανακάλυψαν παίζοντας

«λίγο πιο μακριά» σακούλες με χρήματα που εγκατέλειψαν κυνηγημένοι ληστές, ενώ

η κυρία Ελένη θυμάται και μία ιστορία «για μια γυναίκα που βρέθηκε σκοτωμένη

κοντά στη λεωφόρο, πριν από πολλά χρόνια».

Όπως λέει, πάντως, ο κ. Γιώργος Παππάς, διοικητής του Αστυνομικού Σταθμού Νέας

Κηφισιάς, που είναι αρμόδιος για ένα κομμάτι του ρέματος, «εκεί όπου υπάρχει

ανθρώπινη κίνηση, έστω και περιορισμένη, γίνονται λιγότερα. Το κομμάτι του

ρέματος που είναι απροσπέλαστο, είναι προσφορότερο για “παράνομες χρήσεις”,

όμως δεν έχουν φθάσει σε εμάς καταγγελίες, εκτός από κάποιες για μικροκλοπές».

Ο Γιώργος, από την Αλβανία, κοίταξε εξεταστικά γύρω του πριν μιλήσει, με

καχυποψία και φόβο. Λίγα λεπτά αργότερα εμφανίστηκαν και άλλοι. Μόνον ο

Χρήστος, ένας δεκαεπτάχρονος με μάτια έτοιμα να βάλουν τα κλάματα, σταμάτησε.

Οι άλλοι περπατούσαν βιαστικά, ακολουθώντας μονοπάτια και διαδρομές μέσα στο

ρέμα που μόνον αυτοί πιθανώς γνωρίζουν και εξαφανίστηκαν σαν ανθρώπινες σκιές

από βιβλίο του Ντίκενς…