«ΑΓΚΥΛΟΧΕΙΛΗΣ» και «γαμψώνυξ» αιγυπιός, όπως ονομάζει τον γυπαετό ο Όμηρος,

επιζεί σήμερα περισσότερο στους θρύλους και τις δοξασίες των ανθρώπων της

υπαίθρου παρά στα απόκρημνα βουνά της ευρωπαϊκής ηπείρου που αποτελούσαν τον

πανάρχαιο βιότοπό του.

Στις αρχές του αιώνα είχε πια εξαφανισθεί από τις περισσότερες χώρες της

Ευρώπης. Σήμερα επιζεί σε απομονωμένους μεταξύ τους πληθυσμούς στις νότιες

παρυφές της: στα γαλλικά και ισπανικά Πυρηναία, σε θύλακους στην Ανατολική

Ισπανία, στην Κορσική και στα βουνά της Κρήτης, όπου βρίσκεται σήμερα ο πλέον

ακμαίος φυσικός πληθυσμός του.


Στη Γερμανία έχει εξαφανισθεί ήδη από το 1855 και στην Ελβετία από το 1884. Ο

τελευταίος γυπαετός της Ιταλίας έπεσε θύμα κυνηγών το 1913 και μετά το 1920

εξαφανίσθηκε από την περιοχή των Άλπεων. Στη Βουλγαρία εξαφανίσθηκε το 1966

και στη Δημοκρατία των Σκοπίων μόλις το 1990. Στην Ελλάδα επιζούσε έως τις

αρχές του αιώνα σε όλα σχεδόν τα βουνά, τις Κυκλάδες, τη Ρόδο, τη Λευκάδα.

Κυνήγι, δηλητηριασμένα δολώματα για την καταπολέμηση άλλων «επιβλαβών» ζώων,

όπως ο λύκος, η αλεπού, τα κοράκια και τα άγρια σκυλιά, η χρήση δηλητηρίων από

τους μελισσοκόμους για την εξολόθρευση των σφηκών και η καταστροφή του

βιοτόπου του που συρρικνώθηκε με την ανάπτυξη του οδικού δικτύου, του ορεινού

τουρισμού και των χιονοδρομικών κέντρων, ήταν τα κύρια αίτια για την εξαφάνιση

του γυπαετού από πολλές από τις περιοχές όπου ζούσε μέχρι πρότινος. Στις

πιέσεις πρέπει να προστεθεί η έλλειψη τροφής που οφείλεται στην παρακμή της

παραδοσιακής ημινομαδικής κτηνοτροφίας στα ορεινά βοσκοτόπια, που προμήθευε

τον γυπαετό με τα κουφάρια των ζώων από τα οποία αποκλειστικά τρέφεται. Σήμερα

στην ηπειρωτική Ελλάδα δεν έχουν απομείνει παρά μεμονωμένα άτομα και ζεύγη που

ζουν στον Παρνασσό, την Γκιώνα, τα Βαρδούσια, τον Σμόλικα και την Γκαμήλα. Ο

μόνος ακμαίος πληθυσμός (9 ζευγάρια, 31 άτομα) επιζεί στην Κρήτη.


Εδώ και δέκα περίπου χρόνια ο γυπαετός έχει επανεισαχθεί με επιτυχία στις

Άλπεις, ενώ στα Πυρηναία εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα για την προστασία και τη

διατήρησή του, που περιλαμβάνει και την παροχή τροφής από τον άνθρωπο. Ένα

ζευγάρι γυπαετών για να τραφεί ικανοποιητικά χρειάζεται 350 κιλά τροφής τον

χρόνο, που αντιστοιχεί σε 140 σκελετούς αιγοπροβάτων. Αν υποτεθεί ότι η

ελάχιστη θνησιμότητα των κοπαδιών ελεύθερης βοσκής είναι 3%, στην έκταση των

50 τετραγωνικών χιλιομέτρων που ζει το ζευγάρι των γυπαετών πρέπει να βόσκουν

γύρω στα 4.600 αιγοπρόβατα. Με τις παραδοχές αυτές, ο πληθυσμός των γυπαετών

της Κρήτης, όπου στους ορεινούς όγκους βόσκουν ελεύθερα γύρω στα 130.000

νομαδικά αιγοπρόβατα, έχει στη διάθεσή του επαρκή τροφή

.


Η τελευταία εμφάνιση:

Γερμανία 1855, Ελβετία 1884, Ιταλία 1913, Άλπεις 1920,

Βουλγαρία 1966, Δημ. Σκοπίων 1990


Ο γυπαετός δεν αρπάζει πρόβατα, πολλώ δε μάλλον μικρά παιδιά. Την κακή του

φήμη την οφείλει στη φοβερή του εμφάνιση: στο μέγεθός του ­ ενάμιση μέτρο

μήκος από το κεφάλι έως την ουρά και άνοιγμα φτερών πάνω από δυόμισι μέτρα ­

το αγκυλωτό του ράμφος που περιβάλλεται από αρειμάνιο μύστακα ­ εξ ου και η

επιστημονική του ονομασία Gypaetus barbatus (γυπαετός ο γενειοφόρος) ­ τα

γαμψά του νύχια και τα απειλητικά του μάτια που περιβάλλονται από έναν κόκκινο

κύκλο. Στην πραγματικότητα, ο γυπαετός είναι ένα άκακο πουλί που τρέφεται από

τα κόκαλα των ψοφιμιών, αφού τις σάρκες του κουφαριού τις έχουν πρώτα ψάει τα

κοράκια και τα όρνια. Τα κόκαλα από τα οποία τρέφεται τα σπάει σε πέτρες που

επιλέγει σε ορισμένες τοποθεσίες («σπάστρες»). Εξαιτίας των διατροφικών

συνηθειών του, στην Κρήτη ονομάζεται «κοκαλάς». Ο γυπαετός φωλιάζει σε

κοιλότητες βράχων , όπου κλωσά 1 έως δύο αυγά. Τα μικρά του τα φροντίζουν και

οι δύο ή τρεις γονείς, γιατί συχνά το θηλυκό συζεί με δύο αρσενικά ως τη νέα

αναπαραγωγική περίοδο τον επόμενο Νοέμβριο. Οι νεοσσοί τότε εγκαταλείπουν τη

φωλιά και αναζητούν δική τους επικράτεια. Η νομαδική κτηνοτροφία και η ύπαρξη

ημιάγριων και άγριων κατσικιών αποτελούν προϋπόθεση για την εξασφάλιση επαρκών

ποσοτήτων τροφής για τον γυπαετό.