Οι πληγές της ελληνικής ιστοριογραφίας

«Ατιμο πράμα η Ιστορία»- ιδίως η σύγχρονη...

, Γράφει ο Χάγκεν Φλάισερ   | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 10/07/2010 07:00 |
Αρης Βελουχιώτης. Η δράση του πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ εξακολουθεί να πυροδοτεί τη διαμάχη σχετικά με τους μύθους της Νεώτερης Ελλάδας
 «Ατιμο πράμα η Ιστορία»- ιδίως η σύγχρονη...
«Ατιμο πράγμα η Ιστορία. Πέφτει πάνω στη ζωή και την πλακώνει». Είναι μια φράση που θυμίζει πόσο καταλυτική είναι η επίδραση ορισμένων εποχών ή γεγονότων για τις ζωές μας· πάνω σε αυτές. Την αλίευσα σε ένα λογοτεχνικό κείμενο, στο ιστορικό μυθιστόρημα «Απόψε δεν έχουμε φίλους» της Σοφίας Νικολαΐδου, το οποίο θίγει πολλά ζητήματα που έως σήμερα αποτελούν πληγές στην ελληνική ιστοριογραφία σε μια χώρα η οποία ακόμα αναζητά δρόμους ν΄ αναμετρηθεί με το πρόσφατο παρελθόν της.

Το 1945, μόλις έληξε επίσημα ο Πόλεμος, ο χειρότερος στην παγκόσμια ιστορία, οι άνθρωποι ανάσαιναν. Κυριαρχούσε η πεποίθηση πως τα δεινά είχαν τελειώσει. Στην πραγματικότητα, τίποτα δεν είχε τελειώσει, το παρελθόν αποδείχθηκε πως έχει μέλλον. Υστερα από 50 χρόνια, ο Μιχαήλ Αλεξέγιεφ, βετεράνος του Κόκκινου Στρατού, θα ανακεφαλαίωνε: «Ο ίδιος ο πόλεμος είναι ακόμα εδώ μαζί μας,μας εξουσιάζει μέσα από τη δύναμη της ανθρώπινης μνήμης και μέσα από τα βαθιά σημάδια που άφησε πίσω του». Αλλα δέκα χρόνια αργότερα, το 2005, ο βρετανός συνάδελφος Τ.G. Αsh διαπίστωσε: «Οι πόλεμοι της μνήμης άρχισαν την ημέρα που ο Β΄ Παγκόσμιος τελείωσε. Από τότε δεν έχουν σταματήσει».

Στην Ελλάδα, ένας από τους λόγους που αυτοί οι Πόλεμοι της μνήμης (βλ. Χάγκεν Φλάισερ:Οι Πόλεμοι της Μνήμης.Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στη δημόσια ιστορία. Αθήνα: Νεφέλη, 3η εκδ. 2009) συνεχίζονται, είναι επειδή το νικηφόρο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έφερε νέα δεινά για τον τόπο- την εμφύλια σύγκρουση που εξακολουθεί να προκαλεί έντονες αντιπαραθέσεις. Κατά συνέπεια ζούμε στη μοναδική χώρα που γιορτάζει την εμπλοκή της στον Πόλεμο, ενώ σπανίως συνεορτάζει τη- νικηφόρα για το Συμμαχικό στρατόπεδο- λήξη του.

Αυτοί οι διάδοχοι πόλεμοι της μνήμης διαμόρφωναν και διαμορφώνουν ταυτότητες και αποτελούν αντικείμενο δημοσίων αντιπαραθέσεων σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Η σχέση με την Ιστορία συνήθως γίνεται πιο εύκολη όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε χρονικά από τα γεγονότα. Θετικές μνήμες λαμπρύνονται, μνήμες αρνητικές ξεθωριάζουν, οι παλιές γενιές, που ενδεχομένως θα εξέφραζαν αντίλογο, φεύγουν με τη νομοτέλεια των βιολογικών ρυθμών. Η «δεύτερη ζωή» των ιστορικών γεγονότων είναι ιδιαίτερα ισχυρή εκεί όπου η επίσημη μνήμη έχει εξοστρακίσει την αυτούσια συλλογική μνήμη «στη χειμερία νάρκη των αποσιωπήσεων». Η επίσημη, θεσμοποιημένη μνήμη, στο φλέγον ζήτημα του δωσιλογισμού, πραγματικά έχει επιλέξει την αποσιώπηση, και αυτό το θέμα- ταμπού έχει παραγκωνιστεί προς όφελος πιο «λαμπρών» σελίδων της ιστορίας, πτυχών που είναι λιγότερο άβολες και επομένως περισσότερο νομιμοποιημένες. Στη μνήμη της περιόδου, τιακριβώς σημαίνει «αντικειμενική ιστορία»; Διίστανται άλλωστε οι απόψεις πότε ακριβώς εγκαταλείφθηκε ή τροποποιήθηκε το παλαιότερο απόλυτο διακύβευμαγερμανικό, βεβαίως, βεβαίως (του Leopold von Ranke)- περί γραψίματος των γεγονότων «όπως ακριβώς συνέβησαν». Συμφωνούμε πάντως οι περισσότεροι για το ελάχιστο καθήκον του ιστορικού να ξεκαθαρίσουμε την ιστορική μας εικόνα απ΄ όλα εκείνα που «δενσυνέβησαν» ποτέ- παρά μόνο στο απατηλό ημίφως της «καθιερωμένης» ιστορίας κάποιου καθεστώτος ή μιας παράταξης.

Οι κοινωνίες που είχαν εμπλακεί στον Πόλεμο μεταπολεμικά έπρεπε να ανοικοδομηθούν, να απωθήσουν το παρελθόν περιορίζοντάς το σε συγγράμματα ή στη σφαίρα προφορικών αφηγήσεων- με σαθρό θεμέλιο την επιλεκτική ή επιβληθείσα σιωπή και τα τραύματα ή τις ενοχές του υποσυνείδητου. Η λήθη όσων δεν βόλευαν τους ίδιους ή τους εκάστοτε κρατούντες και κατασκευαστές καταστάσεων σηματοδοτούσε μια ολόκληρη εποχή, αλλά και το πέρασμα από αυτήν σε μια άλλη. Οι αμηχανίες, τα ατομικά και παραταξιακά «άβολα», έπρεπε να κλειδωθούν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας ή, συχνά, της ντροπής- όπως λένε οι ιταλοί γείτονες. Πολλοί γαντζώθηκαν από αυτήν τη σιωπή για να αποφύγουν την επίπονη επεξεργασία του παρελθόντος.

Εθνικό αφήγημα
Για πολύ καιρό, η δεκαετία του 1940 κρινόταν μέσα από το τελεολογικό σχήμα της σύγκρουσης που μοιραία οδήγησε στον Εμφύλιο. Η ενδοελληνική σύρραξη έδωσε την αφορμή στις μεταπολεμικές κυβερνήσεις να σχηματίσουν ένα πλαίσιο, ένα ηγεμονικό εθνικό αφήγημα, που δεν περιλάμβανε την ουσιαστική τιμωρία των άλλοτε δωσίλογων- σε αντίθεση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μια ολόκληρη χώρα ήταν απασχολημένη με το μέτρημα των νεκρών του Εμφυλίουτουλάχιστον εκείνων της οικείας παράταξης. Η φράση του τότε βασιλιά Παύλου πως «ο Εμφύλιος Πόλεμος είχε περισσότερα θύματα από την Κατοχή» συνόψιζε την επίσημη θέση του κράτους, ενώ υιοθετήθηκε από τους εκπροσώπους της Δυτικής. Γερμανίας, με τους οποίους υπήρχε- υπό την επίδραση του Ψυχρού Πολέμου- πλέον ταύτιση συμφερόντων. Ο πρώτος πρόεδρος της επανιδρυθείσας Εταιρείας Γερμανο-Ελληνικής Φιλίας υπήρξε πρώην υπουργός κατοχικής κυβέρνησης- από τους πιο ευπρεπείς συνεργάτες, εντούτοις συνεργάτης. Σε καμία άλλη άλλοτε γερμανοκρατούμενη χώρα θα ήταν νοητό κάτι ανάλογο.

Το βιβλίο της Νικολαΐδου εξετάζει τις σχετικές αναθεωρήσεις του παρελθόντος: Οταν ο κεντρικός ήρωας ξεκινά τη διατριβή του, πρέπει να ξεπεράσει τα εμπόδια του παλαιού αφηγήματος. Οταν την τελειώνει, μετά το ΄81, γκρεμοτσακίζεται στους κυματοθραύστες που το νέο εθνικό αφήγημα είχε προλάβει να εγκαταστήσει.

Στο «ιστορικό μυθιστόρημα» της Νικολαΐδουπολλά πρόσωπα είναι υπαρκτά- στους δωσίλογους με παραλλαγές ως προς το όνομα. Τέτοια περίπτωση, π.χ., ο φονΑσμάς, ο οποίος μάλιστα μεταπολεμικά θα ιδρύσει χωρίς αιδώ Σύνδεσμο Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντίστασης, με αντίστοιχο Οικοδομικό Συνεταιρισμό... Θα επεκταθώ όμως σχετικά με μια κεντρική μορφή του βιβλίου: τον καθηγητήΕξάγγελο . Το πραγματικό του όνομα δεν ενδιαφέρει εδώ, ομοιάζει κι αυτό. Με αυτό τον έψαξα άλλωστε στο Ελληνικό Who is Whoτης δεκαετίας του ΄60. Βρήκα εκτενέστατο λήμμα για τονεν ενεργείαπάλι καθηγητή: Σπουδές, παράσημα, ξέ νες γλώσσες- με πρώτη τη γερμανική, εννοείται. Συγγράμματα, ανάμεσά τουςΗ κρίσις του εθνικού μας βίουτου 1942, με ελαφρώς εκκαθαρισμένη εκδοχή του ΄47. Δεν διευκρινίζει- στα «πλείστα άρθρα» στον Τύπο- πόσα ο κ. καθηγητής είχε δημοσιεύσει στο επίσημο όργανο της ναζιστικής προπαγάνδας «Νέα Ευρώπη». Υποκύπτω στον πειρασμό να αναφέρω και την ιστοσελίδα της Μονής Βατοπεδίου, όπου εξυμνείται ο αείμνηστος «Ελλην ακαδημαϊκός διδάσκαλος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ένας από τους πιο δυναμικούς και πιο συγκροτημένους εκπροσώπους των θεολογικών γραμμάτων της εποχής μας»...

Στερεότυπα
Η μορφή του «Εξάγγελου» έχει ενδιαφέρον και για άλλο λόγο: Το φαινόμενο του δωσιλογισμού έδωσε διαχρονικά ώθηση σε μια σειρά από στερεοτυπικές αναπαραστάσεις: ο δωσίλογος ως μαυραγορίτης (ας θυμηθούμε τον ελληνικό κινηματογράφο ειδικά της δεκαετίας του ΄60), ως γερμανοτσολιάς (υπενθυμίζω την εικόνα του κρεμασμένου επονίτη), ως χαφιές (οι κουκουλοφόροι στην ταινία «Το Μπλόκο»ή στα χαρακτικά του Τάσσου). Ενίοτε όμως, τα για δεκαετίες «ξεχασμένα» έγγραφα του Ειδικού Δικαστηρίου Δωσιλόγων Θεσσαλονίκης (και άλλων πόλεων) παραπέμπουν και σε μια άλλη κατηγορία δωσίλογων, εκείνη των επιφανών γερμανοτραφών ακαδημαϊκών. Αυτοί οι ιδεολόγοι αντικομμουνιστές διαφεντεύουν (και μεταπολεμικά) την μπασκλασαρία του «λαϊκού δωσιλογισμού», διαβάζουν γερμανούς φιλοσόφους, ενώ ομιλούν καλύτερα γερμανικά από τον μέσο γερμαναρά κατακτητή.

Για αυτούς, η συνεργασία είναι ιδεολογική στάση, συνεπής με τα πιστεύω τους και την υπερασπίζονται έως το τέλος της ζωής τους χωρίς να μετανοήσουν ή να τιμωρηθούν. Οχι λίγοι από αυτούς τους διανοούμενους ήταν μεταπολεμικά πάλι «μες στα πράματα» και έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της μνήμης. Από την άλλη πρέπει να τονιστεί ότι πολλοί διανοούμενοι με γερμανική μόρφωση αντιστάθηκαν ενεργά στον πειρασμό του «πολιτιστικού δωσιλογισμού»με πιο γνωστή περίπτωση τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, αλλά και πολλές προσωπικότητες από το ευρύτερο εαμικό στρατόπεδο.

Τικαθορίζει λοιπόν την ιστορία και το γράψιμό της; Σίγουρα όχι μόνο τα μεγάλα γεγονότα, η μακροϊστορία, αλλά και οι μικρές ιστορίες, οι άνθρωποι ως υποκείμενά της. Καμιά φορά η λογοτεχνία σκιαγραφεί με μεγαλύτερη ευαισθησία και ενάργεια από την πένα πολλών ιστορικών αυτές τις μικροϊστορίες που τόση βαρύτητα έχουν στον ρου της Ιστορίας... Οπως λέει η Σοφία Νικολαΐδου: «Η Ιστορία κρύβεται εκεί, στην τραμπάλα ανάμεσα στο μεγάλο και το μικρό».

Ο Χάγκεν Φλάισερ είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

όλες οι τελευταίες ειδήσεις