Μιχάλης Γκανάς: μικρές ιστορίες γυναικών που πονούν κατάσαρκα στη μνήμη

Κλίμα ηδονοβλεπτικής ευφορίας

, Γράφει η Λίζυ Τσιριμώκου   | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 30/04/2010 07:00 |
Ποιητής που τάραξε τα νερά με το αυτοβιογραφικό πεζό «Μητριά πατρίδα», ο Μιχάλης Γκανάς επανέρχεται στον πεζό λόγο με δραματικές ή ανάλαφρες ιστορίες γυναικών
 Κλίμα ηδονοβλεπτικής ευφορίας
Ο ΠΕΖΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΡΑΤΑ ΠΑΝΤΑ
ΕΝΑ ΑΡΩΜΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥΣ. ΚΑΙ ΣΥΝΗΘΩΣ
ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΛΟΓΟ ΑΚΡΙΒΕΙΑΣ, ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ
ΚΑΙ ΚΑΛΑ ΖΥΓΟΣΤΑΘΜΙΣΜΕΝΟ,
ΕΦΟΣΟΝ ΩΣ ΤΕΧΝΙΤΕΣ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ
ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΤΟΥ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΟΥ, ΤΟΥ ΠΕΡΙΤΤΟΥ
O Μιχάλης Γκανάς (γεννημένος το 1944) χρόνια τώρα υπηρετεί μια λιτή θεματική (έρωτας, θάνατος, αποδημία, νόστος) με δωρικά εκφραστικά μέσα, ακονισμένα στην αμεσότητα του δημοτικού τραγουδιού και στην αυτοδεσμευτική πειθαρχία σταθερών ποιητικών μορφών, όπως π.χ. το σονέτο. Αυτή η άσκηση γίνεται πολύτιμο εφόδιο όταν πειραματίζεται εκτός των αυστηρών κανονιστικών προδιαγραφών, είτε διευρύνοντας τα όρια προς μεγάλες ελευθερόστιχες συνθέσεις είτε συμπυκνώνοντας την ποιητική του πρόταση σε επιγραμματικά και ακαριαία, ακόμη και μονόξυλα (μονόστιχα) σκαριά.

Τυχαίες συναντήσεις
Ο ποιητής έχει και άλλοτε πεζολογήσει με λαμπρές επιδόσεις- αναφερόμαστε σε εκείνη τη Μητριά πατρίδα (1981) που κοσμεί τη σύγχρονη αυτοβιογραφική γραμματεία μας. Επανέρχεται σήμερα στον πεζό λόγο, με το θηλυκό γένος στο προσκήνιο, για να αφηγηθεί ανάλαφρες ή δραματικές μικρές ιστορίες γυναικών, ρινίσματα μιας καθημερινότητας που σκορπούν ανέμελα στον αέρα ή σχηματίζουν σκληρούς πυρήνες και γίνονται βόλια που πονούν κατάσαρκα στη μνήμη. Δυο στίχοι της αδικοχαμένης Λευκής Μολφέση λειτουργούν ως εισόδιος πύλη (μότο) στο βιβλίο και γεφυρώνουν τον κόσμο της ποίησης με τον κόσμο της πρόζας· δυο στίχοι επίσης του Μάρκου Μέσκου, στο τέλος των αφηγήσεων, λειτουργούν ως πύλη εξόδου και μας επαναφέρουν στην επικράτεια της ποίησης, μετά την περιδιάβαση στην πρόζα.

Ορισμένες από αυτές τις μικρές ιστορίες ανακαλούν διακριτικά τον ψίθυρο των «Περαστικών», των γυναικών που νοσταλγεί ο Ουράνης παραπέμποντας με τη σειρά του στη «Διαβάτισσα» που αναπολεί ο Μποντλέρ (Α une passante). Είναι η περίπτωση της πρώτης ιστορίας («Διαβάζει ένα βιβλίο»): φευγαλέα συνάντηση στο καφέ με μια θεσπέσια καλλονή που διαβάζει, τηλεφωνεί, χειρονομεί σε μιαν άγνωστη γλώσσα και, παρά ταύτα, συντονίζεται εξαίφνης με τον σιωπηλό θαυμαστή της, αφηγητή της σκηνής. Κλίμα ηδονοβλεπτικής ευφορίας και στο τρίτο κείμενο («Κάθεται μπροστά στον υπολογιστή»), όπου μέσα από τις περσίδες του γραφείου του ο αφηγητής καδράρει με φαντασία την κοπέλα που δακτυλογραφεί ασταμάτητα μπροστά στην οθόνη της, έχοντάς του γυρισμένη μια υπέροχη πλάτη. Το συναπάντημα στον δρόμο με μια μεσόκοπη γυναίκα με ψάθινο καπέλο («Βαδίζει στο απέναντι πεζοδρόμιο») της οποίας τις συνειρμικές, αυτοσαρκαστικές σκέψεις «διαβάζει» ο αφηγητής ή το οιονεί υπερρεαλιστικό στιγμιότυπο μιας αναδυόμενης και βυθιζόμενης νεαρής Αφροδίτης («“Σώ-σε-με” λέει συλλαβιστά») δίνουν την αφορμή σε δύο άλλες ιστορίες. Στη «Γηραιά κυρία με υπέργηρο σκύλο» καταγράφεται φωτογραφικά στην οθόνη της μνήμης, αλλά και του κινητού, ακόμη μία τυχαία διασταύρωση στον δρόμο που επαναφέρει μεγεθυσμένη στον υπολογιστή την αρχική εντύπωση. Κυρίως όμως το μοτίβο αυτό της τυχαίας συνάντησης αναπτύσσεται και ολοκληρώνεται σε πλήρες διήγημα στο καταληκτικό κείμενο («Μυρωδιά βρεγμένης θάλασσας»), όπου η ομοιότητα μιας άγνωστης με την πρώτη αγάπη του αφηγητή φέρνει κατά κύματα τις αναμνήσεις, κατακλύζει το παρόν με εικόνες περασμένες αλλά ανεξίτηλες αφήνοντας τη στυφή γεύση της απώλειας· εδώ άλλωστε, διόλου τυχαία, σφηνώνονται και δυο στίχοι από τις «Περαστικές» του Ουράνη.

Ομφάλιος λώρος
Η χαριτωμένη «Καρμέλα», με διακεκριμένη θέση σε αυτό το πάνθεον των γυναικών, υφαρπάζει και τη συμπάθεια του αναγνώστη που οδηγείται σταδιακά στο ξεκλείδωμα της αινιγματικής ταυτότητάς της. Η «Κυμοθόη», αφήγηση στη ρότα παλαιότερων ποιημάτων του Γκανά, όπως εκείνο «Της αγάπης» ή το «Προσωπικό», επαναλαμβάνει πιο έμμεσα και με συγκρατημένη συγκίνηση το εγκώμιο της αγαπημένης γυναίκας που εξακολουθεί να εμπνέει δεκαετίες μετά τα πρώτα ερωτικά σπιθοβολήματα. Είναι άλλωστε το μόνο κείμενο που μένει ανοικτό με την ένδειξη: συνεχίζεται . Ομφάλιος λώρος με παλαιότερα ποιήματα διακρίνεται και σε άλλη ιστορία («Τι ύπνος ήταν αυτός»): μετατονίζεται το δεύτερο ποίημα από τα Γυάλινα Γιάννενα και ένα μεταγενέστερο, «Το παλιό χιόνι» (από τη συλλογή Ανθοδέσμη ), και διαβάζουμε εδώ τη γνωστή ιστορία αφηγημένη από τη μεριά των γυναικών, της μιας θυγατέρας. Είναι και το μόνο κείμενο που μας μεταφέρει από το αστικό τοπίο στα γενέθλια χώματα και στη φρεσκάδα της γλώσσας τους. Σημάδι πως υπόγεια και δυνατά ρεύματα αρδεύουν τούτα τα πεζογραφήματα και κηλίδες ποίησης φωτίζουν τις μικρές καθημερινές ιστορίες.

όλες οι τελευταίες ειδήσεις