Αυτό που όλοι περίμεναν από το ΔΝΤ, δηλαδή μια μέση λύση σχετικά με τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, επιβεβαιώθηκε από τη σημερινή έκθεση. Το Ταμείο εκτιμά ότι το ελληνικό χρέος θα είναι βιώσιμο μέχρι το 2038 αλλά βάζει και μια σειρά από αστερίσκους για την ελληνική οικονομία.

Και οι αστερίσκοι αυτοί είναι που προκαλούν ανησυχία για την Ελλάδα και κόβουν με το μαχαίρι τις φιέστες που σχεδίαζε (τουλάχιστον πριν από τις πυρκαγιές) η κυβέρνηση.

Παρεμβάσεις στις συντάξεις, και το εργασιακό, καμιά παραχώρηση σε ό,τι αφορά την αναστροφή της περικοπής στις συντάξεις και την αύξηση του αφορολόγητου και ουδείς λόγος για αντίμετρα ή δημοσιονομικό «αέρα».

Το Ταμείο χαιρετίζει την απόφαση του Eurogroup να παρέμβει ξανά το 2032, αν αυτό απαιτηθεί, όμως προειδοποιεί ότι υπό προϋποθέσεις αυτή η δέσμευση για παρέμβαση «μπορεί να μην είναι αρκετή».

Με βάση την ανακοίνωση του ΔΝΤ, η ανάπτυξη στην Ελλάδα θα ανέλθει σε 2% (ξεπερνώντας και τις τελευταίες προβλέψεις της Κομισιόν για Ανάπτυξη 1,9%) και θα αυξηθεί 2,4% το 2019. Αλλά για την συνέχεια προβλέπει ότι η Ανάπτυξη θα πέσει στο 2,2% το 2020 και στο 1,6% το 2021, ενώ θα «σέρνεται» στο 1,2% στην διετία 2022-2023.

Αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει πετύχει πολλά (πχ να εξαλείψει τα εξαιρετικά υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα από το 15% του ΑΕΠ το 2009 σε πλεόνασμα λίγο πάνω από 1% το 2017) τονίζοντας όμως πως για αυτό απαιτήθηκαν δύσκολες συνταξιοδοτικές και φορολογικές μεταρρυθμίσεις και βελτιώσεις στη δημόσια διοίκηση, όπως η ίδρυση της ΑΑΔΕ.

Επιπλέον όμως το ΔΝΤ συστήνει:

– εξισορρόπηση της δημοσιονομικής πολιτικής για την καλύτερη στήριξη της ανάπτυξης και την ενίσχυση των δικτύων κοινωνικής ασφάλειας

– πιο επιθετικά ενίσχυση στους ισολογισμούς των τραπεζών για την αποκατάσταση του δανεισμού

– περαιτέρω μέτρα για την αύξηση της παραγωγικότητας.

Εκεί ρίχνει τη βόμβα του το ΔΝΤ για τις συντάξεις.

Ο Πίτερ Ντόλμαν τόνισε ότι «η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση είναι ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση ότι το σύστημα μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των συνταξιούχων μακροπρόθεσμα» και «το 2015, οι συντάξεις απορρόφησαν το 38% των δαπανών του γενικού κρατικού προϋπολογισμού, απαιτώντας κρατικές μεταβιβάσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα κατά 9,5% του ΑΕΠ.

Όπως αναφέρει, «το σύστημα κοινωνικής στήριξης της Ελλάδας ήταν εκείνο το καιρό έντονα επικεντρωμένο στις συντάξεις που ήταν εξαιρετικά γενναιόδωρες, με βάση τους μισθούς ή τις εισφορές που κατέβαλαν οι συνταξιούχοι στο σύστημα ενώ εργάζονταν. Οι μεγάλες δαπάνες για τις συντάξεις, συμπεριλαμβανομένων των συντάξεων για τους σχετικά εύπορους, δεν άφησαν περιθώρια για άμεση στήριξη του πληθυσμού που κινδυνεύει περισσότερο από τη φτώχεια, συμπεριλαμβανομένων των νοικοκυριών με χαμηλό εισόδημα και των ανέργων».

Το ΔΝΤ ανησυχεί για τα σχέδια των αρχών να επιστρέψουν στο παλιό σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων. Όπως αναφέρει ο Πήτερ Ντόλμαν «ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα στην Ελλάδα τα τελευταία 8 χρόνια είναι μια πιο ευέλικτη αγορά εργασίας και μια πιο ανταγωνιστική μισθολογική δομή μετά τις μεταρρυθμίσεις των συλλογικών διαπραγματεύσεων του 2011, οι οποίες και οι δύο ήταν σημαντικές για την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας στην ευρωζώνη»

Ελάφρυνση

Όπως αναφέρεται στην εκτίμηση δημοσιοποιήθηκε και συνοδεύει την έκθεση του άρθρου 4, «οι διευθυντές συμφώνησαν ότι η ελάφρυνση χρέους που χορηγήθηκε συνδυασμένη από το μεγάλο μαξιλάρι ρευστότητας θα διευκολύνει την μεσοπρόθεσμη πρόσβαση στις αγορές».

Ενας αριθμός διευθυντών εκτιμά ότι μακροπρόθεσμα αυτά θα μέτρα θα μειώσουν σημαντικά τις μεικτές χρηματοδοτικές ανάγκες. Πολλοί άλλοι ωστόσο, παρατήρησαν ότι η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα παραμένει αβέβαια και έδωσαν έμφαση στην ανάγκη για ρεαλιστικές παραδοχές για τους στόχους πρωτογενών πλεονασμάτων και ανάπτυξης».
Με το πακέτο ελάφρυνσης που συμφωνήθηκε, σημειώνει η έκθεση, οι μεσοπρόθεσμες ανάγκες αναχρηματοδότησης και οι τάσεις αναφορικά με την πορεία του χρέους εμφανίζονται στο βασικό σενάριο διαχειρίσιμες, αν και σε ορίζοντα δεκαετίας υπάρχουν σημαντικά ρίσκα που σχετίζονται με την πιθανότητα μικρότερης ανάπτυξης και χαμηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων. Το χρέος ως προς το ΑΕΠ μειώνεται ενώ οι μεικτές χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν κάτω από το όριο του 15% του ΑΕΠ κάθε χρόνο εκτός του 2018 (σ.σ. λόγω της δόσης που θα χορηγηθεί για το μαξιλάρι). Υπό αυτό το πρίσμα εκτιμά ότι η χώρα θα μπορέσει επιτυχημένα να βγει στις αγορές.

Μακροπρόθεσμα, πάντως, υπάρχουν αμφιβολίες για το εάν αρκεί το πακέτο ελάφρυνσης χρέους. Βασική ανησυχία είναι ότι η δημοσιονομική προσαρμογή έγινε με ένα πακέτο μέτρων που πλήττει την ανάπτυξη και γι’ αυτό απαιτείται να αλλάξει το μείγμα προκειμένου να υπάρξει καλύτερη πορεία της οικονομίας μακροπρόθεσμα, κάτι που είναι δύσκολο να γίνει δεδομένων των στόχων που έχουν τεθεί.

Στο σημείο αυτό επικαλείται την ανάγκη να προχωρήσουν οι περικοπές στις συντάξεις και το αφορολόγητο, ενώ παραδέχεται ότι η χώρα απέδειξε τα τελευταία χρόνια ότι μπορεί να πιάσει φιλόδοξους στόχους αν και επισημαίνει ότι αυτό έχει βαρύ αναπτυξιακό κόστος.

Στις παραδοχές του το ΔΝΤ εκτιμά ότι τα έσοδα ιδιωτικοποιήσεων θα είναι 5,7 δισ. ευρώ, όσα προβλέπουν και οι ευρωπαίοι. Σε ότι αφορά τα επιτόκια δανεισμού από τις αγορές στο βασικό σενάριο του ΔΝΤ ξεκινούν από 4,5% και φτάνουν ως το 6% το 2060, ενώ η ΕΕ πιστεύει ότι ξεκινώντας από το 3,2% θα φτάσουν στο 5,2% το 2027 και θα περιοριστούν σε 4,2% το 2060.

Αν έχουν δίκιο οι ευρωπαίοι το χρέος είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο, σημειώνει το Ταμείο, καθώς οι μεικτές χρηματοδοτικές δεν υπερβαίνουν το όριο του 20% του ΑΕΠ.

Με βάση τις δικές του παραδοχές του ΔΝΤ στο βασικό σενάριο το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα υποχωρεί αρχικά αλλά θα αρχίσει να αυξάνει αδιάκοπα μετά το 2038. Την ίδια χρονιά οι μεικτές χρηματοδοτικές ανάγκες θα ξεπεράσουν το όριο του 20% του ΑΕΠ.

Αμφιβολίες

Το ΔΝΤ εκφράζει αμφιβολίες σε ότι αφορά την δέσμευση των ευρωπαίων υποστηρίζοντας ότι «η δέσμευση να δοθεί επιπλέον ελάφρυνση χρέους αν χρειαστεί μπορεί να μην είναι αρκετή για να εξασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα».

Όπως εξηγεί υπήρξε πράγματι μια πρωτοφανής στήριξη της Ελλάδας, γεγονός που δίνει αξιοπιστία στη δέσμευση του Eurogroup αλλά την ίδια στιγμή στο παρελθόν υπήρξαν προβλήματα εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων από τις ελληνικές κυβερνήσεις, ενώ πιθανές πολιτικές αλλαγές σε κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν αυτή τη δέσμευση. Αυτό μπορεί να συμβεί σε μια στιγμή (2032)που οι μικτές χρηματοδοτικές ανάγκες θα πλησιάζουν το όριο του 20% κάτι που θα θέτει σε κίνδυνο την πρόσβαση της χώρας στις αγορές.

Τα μακροοικονομικά σοκ

Αναλύοντας τους κινδύνους που μπορεί να δημιουργήσουν αρνητική δυναμική στο χρέος το ΔΝΤ καταγράφει:

* Μια αύξηση των επιτοκίων δανεισμού κατά 90 μονάδες βάσης υψηλότερα της πρόβλεψης που θα οδηγήσει σε αύξηση του δείκτη χρέους κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από την βασική πρόβλεψη ως το 2023.

* Μείωση της μέσης ανάπτυξης κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες θα διατηρήσει πτωτική την τροχιά του χρέους αλλά αυτό θα είναι 17% υψηλότερο το 2023 απ’ ότι προβλέπει το βασικό σενάριο

*Απόκλιση από τους στόχους πλεονασμάτων κατά το ήμισυ θα αυξήσει ως το χρέος κατά 16%.

* Η δυναμική χρέους θα χειροτερέψει μέσα από ένα συνδυασμό των παραπάνω σοκ και θα το οδηγήσει στο 198% του ΑΕΠ το 2023, είκοσι μονάδες πάνω απ’ όσο προβλέπει το βασικό σενάριο.