Η εξέγερση των νέων στην Ινδία, με επικεφαλής το Κόμμα των Κατσαρίδων (CJP), εκτυλίχθηκε με φόντο μεγάλες, αφηρημένες, γεωμετρικές δομές που συνθέτουν το Τζάνταρ Μαντάρ, ένα αστεροσκοπείο που χτίστηκε στις αρχές του 18ου αιώνα για τη βελτίωση των ημερολογίων και τη μέτρηση του χρόνου. Το Τζάνταρ Μαντάρ αποτελεί εδώ και δεκαετίες συνώνυμο των πολιτικών διαμαρτυριών: σηματοδοτεί τον χώρο που παραχωρεί η αστυνομία του Δελχί στους πολιτικά δυσαρεστημένους, ώστε να εκφράζουν τη διαμαρτυρία τους με ελεγχόμενο τρόπο. Ποτέ, όμως, στο παρελθόν δεν είχε φιλοξενήσει μια πολιτική εξέγερση που ξεκίνησε από το μηδέν και ανάγκασε το ινδικό κράτος να υποχωρήσει σε λιγότερο από οκτώ εβδομάδες.
Οταν ο ιδρυτής του, Αμπχιτζεέτ Ντίπκε, έφερε το CJP στο Τζάνταρ Μαντάρ, αυτό ήταν ένα hashtag στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με 20 εκατομμύρια ακολούθους. Ενώ σπούδαζε στη Βοστώνη, ο Ντίπκε πήρε τις δηλώσεις του προέδρου του Ανώτατου Δικαστηρίου, Σούρια Καντ, ο οποίος κατηγορείται ότι αναφέρθηκε στις στρατιές των άνεργων νέων και των ακτιβιστών αποκαλώντας τους «παράσιτα» και «κατσαρίδες», και τις μετέτρεψε σε ένα meme με το μήνυμα «ερχόμαστε». Φέρνοντας το CJP στο Δελχί, στις 6 Ιουνίου, για να το κάνει πραγματικότητα, ο κόσμος έδειξε ενδιαφέρον. Με δεδομένη την τύχη των κινημάτων της κοινωνίας των πολιτών κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του Ναρέντρα Μόντι, κανείς δεν περίμενε την αναμέτρηση μεταξύ Δαβίδ και Γολιάθ που κορυφώθηκε το περασμένο Σάββατο.
Οπως και άλλοι πολιτικοί «τουρίστες», επισκέφθηκα το Τζάνταρ Μαντάρ στις 6 Ιουνίου από περιέργεια. Εκείνη την πρώτη ημέρα, ο χώρος ήταν σχετικά γεμάτος, αλλά όχι πολύ διαφορετικός από τις δεκάδες διαδηλώσεις που είχα παρακολουθήσει εδώ και 50 χρόνια. Μία διαφορά ήταν, ωστόσο, το πόσο νέοι ήταν οι αποκαλούμενοι «κατσαρίδες». Είχα δει και στο παρελθόν από κοντά νέους ανθρώπους να κινητοποιούνται εναντίον της κυβέρνησης Μόντι, όταν οι φοιτητές του Τζαμία Μίλια Ισλάμια, του πανεπιστημίου όπου δίδασκα, διαδήλωσαν εναντίον ενός επιζήμιου νόμου περί ιθαγένειας. Οταν όμως επέστρεψα ενάμιση μήνα αργότερα, στις 20 Ιουλίου, την προγραμματισμένη ημέρα της πορείας προς το κοινοβούλιο, το Τζάνταρ Μαντάρ ήταν αγνώριστο. Μια απεργία πείνας είχε ανεβάσει το πολιτικό θερμόμετρο της διαμαρτυρίας. Υπήρχαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι στριμωγμένοι στον χώρο που είχε αποκλειστεί με κιγκλιδώματα και χιλιάδες αστυνομικοί είχαν αναπτυχθεί στην περιοχή. Η κυβέρνηση είχε υποτιμήσει το μέγεθος του πλήθους που κατέφθασε με λεωφορεία, τρένα και αυτοκίνητα από το Δελχί και από ακόμη πιο μακριά. Το απόγευμα, η αστυνομία του Δελχί και οι πολιτικοί της προϊστάμενοι επιδείνωσαν τον λανθασμένο υπολογισμό τους, επιτιθέμενοι σε αυτή την τεράστια συγκέντρωση νέων με ραβδιά και δακρυγόνα.
Αυτό το σκηνικό βίας ήταν αρκετά σοκαριστικό, αλλά στα χέρια των νέων που έχουν μεγαλώσει με την ψηφιακή τεχνολογία και οι κάμερες των κινητών τηλεφώνων αποτελούσαν προέκταση του εαυτού τους, μετατράπηκε σε έναν καταιγισμό διαδικτυακού περιεχομένου που έφερε τη βίαιη ένταση αυτής της αντιπαράθεσης σε κάθε σπίτι. Οι «κατσαρίδες» κέρδισαν εκεί όπου άλλοι διαδηλωτές, όχι πολύ διαφορετικοί από αυτούς, όπως οι φοιτητές του Τζαμία, είχαν ηττηθεί. Επιπλέον, όλα αυτά συνέβαιναν στην καρδιά του Νέου Δελχί, σε απόσταση αναπνοής από το κοινοβούλιο.
Το εντυπωσιακό στοιχείο στην ηγεσία του CJP είναι το νεαρόν της ηλικίας και η ψυχραιμία της. Ο Ζοράν Μαμντάνι, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, μοιάζει πλέον με πρότυπο. Είναι 35 ετών. Ο Ντίπκε, ο ηγέτης του CJP, είναι 30 ετών. Ο Ασούτος Ράνκα, ο οποίος διαπραγματεύτηκε με την ηγεσία του BJP το τέλος της διαμαρτυρίας, είναι περίπου συνομήλικός του. Ο Ντας, ο άλλος διαπραγματευτής είναι μόλις 26 ετών. Η Νέχα Μπόρα, πρόεδρος της αριστερής φοιτητικής οργάνωσης All-India Students’ Association, είναι 25 ετών. Είναι δύσκολο να γνωρίζει κανείς πώς θα εξελιχθούν πολιτικά. Κοινό τους στοιχείο είναι η ρητορική δεινότητα, η προσήλωση στο μήνυμα που θέλουν να εκπέμψουν, η απόλυτη ψυχραιμία και η προοπτική να αφήσουν παρακαταθήκη. Ενδέχεται να αποτελέσουν ένα διαρκές πρόβλημα για αυτή την κυβέρνηση. Το Τζάνταρ Μαντάρ μπορεί μόλις να ανέδειξε μια νέα γενιά εγχώριων Μαμντάνι.
Ο Μουκούλ Κεσαβάν είναι ινδός ιστορικός, μυθιστοριογράφος και πολιτικοκοινωνικός δοκιμιογράφος. Ζει στο Νέο Δελχί








