Ανήκε στο χρυσό κάδρο μιας χρυσής δεκαετίας που παρήγαγε τη δική της μυθολογία – ίσως την τελευταία στη σύγχρονη Ελλάδα. Η Μαίρη Λίντα, που έφυγε από τη ζωή χθες σε ηλικία 91 ετών στο Γηροκομείο Αθηνών, υπήρξε μία από τις τελευταίες «πρωταγωνίστριες» της δεκαετίας του 1960. Από τις λαμπερές στιγμές στο πάλκο δίπλα στον Μανώλη Χιώτη μέχρι τις σκοτεινές εμπειρίες των μετέπειτα γάμων της, η εμβληματική ερμηνεύτρια υπήρξε μια γυναίκα η οποία δεν δίστασε να πάρει τη ζωή στα χέρια της και να χαράξει τη δική της πορεία.
Στο πλευρό της μέχρι την τελευταία στιγμή βρισκόταν η αγαπημένη της κόρη, Εύα. Στην Ιστορία περνούν πλέον οι αθάνατες ερμηνείες της σε τραγούδια-σταθμούς, όπως το «Περασμένες μου αγάπες», «Δεν θέλω πια να ξαναρθείς» και τόσες άλλες, τις οποίες το αέρινο μέταλλο της φωνής της σφράγισε για πάντα. Αιώνια, όμως, θα παραμένει και η σύνδεσή της με τον ανυπέρβλητο Μανώλη Χιώτη, ο οποίος μεταμόρφωσε την πορεία της ριζικά. Ηταν μόλις 11 ετών όταν συναντήθηκαν για πρώτη φορά.
Η πρώτη τους επαφή έγινε, όταν εκείνη βρισκόταν σε μια δοκιμή στο κέντρο «Πίγκαλς». Το 1958 επισημοποίησαν τη σχέση τους με κουμπάρα τη Ρένα Βλαχοπούλου, εγκαινιάζοντας μια δεκαετή πορεία γεμάτη επιτυχίες στη δισκογραφία και τη μεγάλη οθόνη. Η πρώτη κοινή εμφάνισή τους γίνεται στην περίφημη «Τριάνα του Χειλά». Στη συνέχεια πέφτουν οι προτάσεις για εμφανίσεις τους σε κέντρα με ολοκληρωμένο πρόγραμμα: «Μοστρού», «Πλακιώτικο σαλόνι», «Ηλιοβασιλέματα» (πρώην «Αρζεντίνα»), «Σπηλιά του Παρασκευά» στην Καστέλλα.
Ο μαέστρος της, Γιώργος Παγιάτης, ανασύρει μερικές από τις πολλές ιστορίες που του είχε αφηγηθεί. «Ξεκίνησε πάρα πολύ μικρή, νομίζω γύρω στα 15 – ίσως και νωρίτερα – από τα “Ταλέντα” του Γιώργου Λάσκου.
Ηταν εκ γενετής ένα μεγάλο ταλέντο, ένα αληθινό αηδόνι, και δεν χρειάστηκε ιδιαίτερο κόπο, για να κατακτήσει την κορυφή. Καταγόταν από ένα χωριό έξω από τον Πύργο Ηλείας, από μια μεγάλη οικογένεια – νομίζω ήταν 17 αδέλφια συνολικά – και σε πολύ μικρή ηλικία ήρθαν οικογενειακώς στην Αθήνα, στον Κολωνό. Μετά τα “Ταλέντα του Λάσκου”, ακολούθησαν η γνωριμία της με τον Μανώλη Χιώτη και η γνωστή λαμπρή πορεία που όλοι γνωρίζουμε».
Αλλη μια περιπετειώδης στιγμή με τη Μαίρη Λίντα ήταν όταν, όπως λέει, είχαν πάει το 2008 για εμφάνιση στη Σύμη. «Οταν τελειώσαμε, φύγαμε πρωί-πρωί για τη Ρόδο, αλλά εκ των υστέρων διαπιστώσαμε ότι είχε γίνει λάθος με τα εισιτήρια της επιστροφής. Φτάσαμε 8.30 το πρωί στο αεροδρόμιο της Ρόδου και η πτήση μας για Αθήνα ήταν προγραμματισμένη για το βράδυ. Της λέω: “Μην αγχώνεσαι, δεν τρέχει τίποτα, πάμε μια βόλτα στην πόλη της Ρόδου να περάσει η ώρα”. Κι εκείνη μου απαντάει: “Δεν μου λείπει η βόλτα στη Ρόδο!” – και παρήγγειλε ιδιωτικό τζετ να έρθει να μας πάρει! Ηταν πολύ ωραίος και γενναιόδωρος άνθρωπος και τα έδινε όλα για τους συνεργάτες της».
Η μεταμόρφωση στο πάλκο και το «πρώτο βιολί»
Για τον αστείρευτο και μοναδικό ερμηνευτικό ταλέντο της ο Γιώργος Παγιάτης λέει χαρακτηριστικά: «Ως τραγουδίστρια, η Μαίρη Λίντα ήταν στην κορυφή μόνη της, και μετά ξεκινάει η αρίθμηση. Αυτό που την έκανε να ξεχωρίζει ήταν η απίστευτη ενέργειά της στη σκηνή. Μπορεί στα καμαρίνια να δυσκολευόταν ακόμη και να περπατήσει, αλλά με το που πάταγε το πόδι της στο πάλκο, μεταμορφωνόταν!
Είχε καθηλωτική ερμηνεία, απόλυτο τέμπο και τονική ακρίβεια, χωρίς να έχει σπουδάσει ποτέ μουσική. Δεν το είχε ανάγκη, ήταν έμφυτο ταλέντο. Για τον Χιώτη μιλούσε πάντα με τα καλύτερα λόγια. Θεωρούσε ότι τη βοήθησε καθοριστικά, και στην πραγματικότητα δεν τον ξεπέρασε ποτέ. Τον αγαπούσε με πάθος. Παράλληλα, θεωρούσε τεράστια “γαλόνια” στην καριέρα της τις συνεργασίες της με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι – ήταν μεγάλη της τιμή, αν και φυσικά είχε τραγουδήσει σχεδόν με τους πάντες, ακόμα και με τον Τσιτσάνη.
Με όλους είχε συνεργαστεί και με όλους άνθισε. Αγαπημένο της τραγούδι, αυτό που χαιρόταν όσο κανένα άλλο να λέει, θα σας πω το “Μοιάζεις κι εσύ σαν θάλασσα”. Ηταν το κομμάτι που έλεγε πάντα στο φινάλε, όπως κάναμε και στην τελευταία μας συναυλία στο Ηρώδειο. Δεν πέταγες τίποτα από τη Μαίρη Λίντα. Ο,τι τραγουδούσε το σφράγιζε με τη μοναδική αισθητική, το ήθος και τον τρόπο που έδινε νόημα στον στίχο. Ηταν ένα βαθιά ηθικό πλάσμα, ένας προστατευτικός άνθρωπος, η “μαμά” όλων μας».
Τρυφερές είναι οι αναμνήσεις που ανασύρει και ο σολίστ του μπουζουκιού Στέλιος Τζανετής. «Ημουν 13 χρόνια μαζί με τη Μαίρη Λίντα. Ημουν πολύ μικρούλης όταν πρωτοσυναντηθήκαμε, ουσιαστικά μεγάλωσα δίπλα της. Και δεν μεγάλωσα απλώς ως άνθρωπος – έμαθα να παίζω καλά μπουζούκι, έμαθα να λειτουργώ μουσικά χάρη σε εκείνη. Για να καταλάβετε τι εννοώ, η Μαίρη Λίντα στη σκηνή λειτουργούσε σαν το “πρώτο βιολί” μιας ορχήστρας, ενώ ο Μανώλης Χιώτης συμπλήρωνε όλη τη φρασεολογία σαν να έπαιζε τα πνευστά. Αυτός ο εκπληκτικός συνδυασμός έδεσε απόλυτα, γιατί ο συνθέτης Χιώτης βρήκε στη Μαίρη την ιδανική του μούσα. Η Μαίρη είχε κάτι που σπανίζει πια στις σημερινές λαϊκές ορχήστρες και στα μαγαζιά: απαιτούσε το “πιάνο-φόρτε”. Ελεγε: “Οταν τραγουδάω, θα παίζετε χαμηλά. Οταν κάνετε εισαγωγές, σπάστε τα όργανα, σπάστε τα ηχεία!”. Σήμερα είναι όλα ίσια, επίπεδα. Ενώ εκείνη απαιτούσε η ορχήστρα να αναπνέει, να δίνει ενέργεια στις αλλαγές και να χαμηλώνει στο τραγούδι».








