Στην Ελλάδα της κρίσης, εμφανίστηκε ένα νέο φαινόμενο, εκείνο της πολιτικής βίας. Ξεκίνησε από προπηλακισμούς πολιτικών που υπερψήφιζαν «τα μνημόνια», απέκτησε σάρκα και οστά με τις ρίψεις βομβών μολότοφ και συνεχίστηκε με τη δραματική δολοφονία 3 εργαζομένων στην τράπεζα Marfin στις 5 Μαΐου 2010. Εκτοτε, στην περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ, σχεδόν εξαφανίστηκε, με σποραδικές συγκρούσεις με την αστυνομία, για να αναβιώσει με τη δολοφονία της Βάγιας Νέστορα στη Θεσσαλονίκη την 1η Ιουλίου 2026.
Θα περίμενε κανείς ότι αυτές οι πρακτικές θα αποδοκιμάζονταν από τη μεγάλη πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας. Δυστυχώς, στην πράξη συνέβη το αντίθετο. Σε δημοσκόπηση της Kαπα Research που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής», στις 10 Ιουλίου 2011, ένα ποσοστό 49,6% αναφέρει ότι εγκρίνει τα επεισόδια σε βάρος βουλευτών, ενώ ποσοστό 40,5% τα αποδοκιμάζει.
Με τον τρόπο αυτό, γεννήθηκε το υβριδικό ιδεολόγημα της καλής και της κακής βίας. Καλή είναι η βία της Αριστεράς, κακή είναι η βία της Δεξιάς.
Θεωρητικά, το είχε περιγράψει με ενάργεια ο Βλαντιμίρ Ιλιτς Λένιν στο βιβλίο του «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι» (1918): «Να μιλάς για βία γενικά, χωρίς να αναλύεις τους όρους που ξεχωρίζουν την αντιδραστική βία από την επαναστατική, σημαίνει ότι είσαι μικροαστός που απαρνείται την επανάσταση, ή σημαίνει ότι απλούστατα εξαπατάς τον εαυτό σου και τους άλλους με σοφιστείες».
Με βάση αυτή την ταξινόμηση, είναι προφανές ότι δεν υπάρχουν δύο άκρα στο πολιτικό φάσμα. Η αποκλειστικότητα του πολιτικού εξτρεμισμού ανήκει στις δεξιές πολιτικές δυνάμεις και μόνο. Η βία των δικών μας παιδιών είναι ασήμαντη.
Αυτή η νοοτροπία αναβίωσε και πάλι με τις συλλήψεις 3 ενεχομένων στη δολοφονία της Marfin. Με δεδομένο το τεκμήριο αθωότητας, δεν μπορούμε παρά να εντοπίσουμε με οδύνη την έκδηλη συμπάθεια που αναβλύζει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η διαπίστωση της Χάνα Αρεντ ότι «η βία είναι βουβή: αρχίζει εκεί όπου σταματάει ο λόγος», μοιάζει να είναι εκτός τόπου και χρόνου στη μεταμνημονιακή Ελλάδα.
Με μια ψύχραιμη ματιά, είναι προφανές ότι οι ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ, ως αντιπολίτευσης και ως κυβέρνησης, για το φαινόμενο της πολιτικής βίας είναι μεγάλες. Δημιούργησε ένα προστατευτικό δίχτυ για τον ακροαριστερό εξτρεμισμό και διαπαιδαγώγησε την κοινωνία με την κανονικοποίηση της πολιτικής βίας. Πολιτικοί παρατηρητές επισήμαιναν ότι πάντοτε ο Αλέξης Τσίπρας, όταν αναγκαζόταν να καταγγείλει την πολιτική βία, τη σχετικοποιούσε επικαλούμενος τη «βία των μνημονίων». Οπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Ανδρέας Πανταζόπουλος: «Η βία χρησιμοποιήθηκε από αυτό το τμήμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς ως θεμιτό μέσο της εναντίωσής της στον πολιτικό αντίπαλο, αρκεί προς τούτο να θυμηθούμε τη σιωπή της ή τις ρητορικές καταδίκες της βίας εκ μέρους της, όταν τα αποκεντρωμένα ανά τη χώρα “κινήματα των πλατειών” προέβαιναν σε παραδειγματικά λιντσαρίσματα πολιτικών της αντιπάλων».
Θυμάμαι αντιστικτικά τη μεγάλη κινητοποίηση που διοργάνωσε το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα υπό τον Ενρίκο Μπερλινγκουέρ μετά την απαγωγή του Αλντο Μόρο από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες στις 16 Μαρτίου 1978. Αυτή υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες αντιτρομοκρατικές κινητοποιήσεις στην ιστορία της μεταπολεμικής Ιταλίας. Η ομιλία του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ σε αυτή τη συγκέντρωση της Piazza San Giovanni έχει περάσει στην ιστορία.
Ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος είναι εκδότης και συγγραφέας, διδάκτωρ Βαλκανικών Σπουδών








